2010s,  CINEMA,  REVIEWS

Η Μελωδία του Χόλλιγουντ στο Beauty and the Βeast – Review

Σκηνοθεσία: Bill Condon

“Winter turns to spring,

famine turns to feast, 

nature points the way, 

nothing left to say, 

Beauty and the Beast!”

Έτσι έκλεισε την μουσική ρήση της η Mrs. Potts, σημαίνοντας ταυτόχρονα τη λήξη της ταινίας και του μεγαλοπρεπούς, παραμυθένιου κόσμου που είχε μέχρι προηγουμένως παρασύρει τον θεατή, υπνωτίζοντάς τον στην σύγχρονη Χολλιγουντιανή πραγματικότητα. Γιατί, όταν το επιμύθιο είναι γνωστό και η αυλαία του χορού έχει κλείσει προ πολλού για την ταινία, δεν υπάρχει καταλληλότερο μέρος από το «ιδανικό» Χόλλιγουντ για να απογειώσει οπτικά ένα απόλυτα ταυτισμένο μαζί του εγχείρημα.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι το Beauty and the Beast θυσίασε την αυθεντικότητά του ως παραμύθι για να «πουλήσει» μεγαλεπίβολες εικόνες σε μια προμαγειρεμένη συνταγή. Εκείνο που πρακτικά έκανε ήταν να μην εκλάβει τον εαυτό του σαν ένα κλασικό παραμύθι που ξεκινά από το μηδέν, αλλά ως μια ήδη ριζωμένη και καλομαγειρεμένη συνταγή, που πατά πάνω στην κλασικότητά της, ως μια αθώα εκδοχή του δράκουλα του Bram Stocker, και προσφέρεται με μια απόδοση σύγχρονων χρωμάτων και αυτοκρατορικής αύρας.

Η τάση του αυτή να οπτικοποιήσει ένα λαμπερό κεντρικό εγχείρημα με έναν διαφορετικό τρόπο, υπήρξε ίσως και ο βασικότερος λόγος που το φιλμ δεν προβαίνει σε καμία απολύτως σεκάνς σε διδακτικό τόνο, αλλά αφήνει τα «ψίχουλά» του σαν σπόντες κατά τη διάρκεια του εξιδανικευμένου κλίματος που έχει καλλιεργήσει. Η σύγχυση της επιφάνειας με την αφάνεια, όπως έχει κυριαρχήσει στις μικρές κοινωνίες, είναι εμφανής ακόμα και στον κάθε ασήμαντο χαρακτήρα που συσχετίζει κάποιο κομμάτι του εαυτού του με το «φαίνεσθαι και το είναι» το οποίο εκπροσωπεί. Και φυσικά, όλα αυτά, συγκαλυμμένα με την απλουστευμένη σκιαγράφηση των παραμυθένιων ηρώων, όπως οφείλει να είναι κάθε κινηματογραφικός χαρακτήρας που επιθυμεί να δρα σε επίπεδο επιφάνειας αλλά και αφάνειας. Γιατί ποιος είπε ποτέ ότι τα παραμυθένια πρόσωπα δεν είναι αυτοτελείς ολοκληρωμένοι χαρακτήρες;

Το συνονθύλευμα αυτό, παρότι καταφέρνει να επιβιώσει και να χτιστεί με εξαιρετική χάρη πάνω στην κλασική ιστορία της Disney και προβάλλοντας διαρκώς σινεφίλ αναφορές από άλλα κλασικά παραμύθια, ολοκληρώνεται με την μιούζικαλ επιμέλειά του, που πλαισιώνει διασκεδαστικά σχεδόν κάθε σεκάνς του έργου. Το λάθος, όμως, στο οποίο τελικά υποπίπτει αυτή η τελική μουσική πινελιά είναι η αδυναμία να ακολουθήσει την βασιλική χροιά του υπόλοιπου έργου, και αφήνοντας την αίσθηση της ακουστικής προχειρότητας αλλά και χορογραφικής απειρίας, δημιουργεί κάποιες φορές μια αίσθηση «σκαμπανεβάσματος» στην ομαλή πορεία του φιλμ.

Επειδή, βέβαια, ένα καλό παραμύθι είναι σαν όνειρο που δεν θέλουμε να τελειώσει, είναι ίσως προτιμότερο να αγνοήσει κανείς για λίγο τα μικρά, πιθανά ελαττώματά του και να βυθιστεί στην ατμόσφαιρα του οπτικού αυτού ονείρου, περιμένοντας απλά το τέλος για να… ξυπνήσει.


Νικόλ Φιλιπποπούλου

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *