1990s,  CINEMA,  REVIEWS

Seven: Μια κοινωνική Καταγγελία – Review

Σκηνοθεσία: David Fincher

“Ένα κραυγαλέο έγκλημα σε μια κοινωνία της αμαρτίας μπορεί να γίνει μόνο υπογράφοντας αμαρτία”, επισημαίνει στην ταινία του ο David Fincher, με την δολοφονία να αποτελεί μια «φωνή βοώντος εν τη ερήμω» και την συναισθηματική αμαρτία το μόνο αιτιολογικό κίνητρο για να δημιουργηθεί μια τέτοια δολοφονία.

Παρότι το Seven αποτέλεσε για πολλά χρόνια ένα από τα σπουδαιότερα νέο-νουάρ του σύγχρονου κινηματογράφου και μία από τις πιο ατμοσφαιρικές ταινίες όλων των εποχών, η βάση της κινηματογραφικής συνεισφοράς του δεν κρύβεται μόνο στο αψεγάδιαστο τεχνικό κι ερμηνευτικό του πλαίσιο, όσο και στην εκδήλωση μιας κοινωνικής κατακραυγής με έναν πραγματικά «ανατρεπτικό» τρόπο. Και αυτό γιατί δεν είναι λίγες οι φορές που μια ταινία μιλά άμεσα στο θεατή της αλλά εκείνος προτιμά να παραβλέψει τα επιχειρήματά της και να βυθιστεί όλο και περισσότερο στην πλεκτάνη χειραγώγησης που του έχει στήσει. Το Seven, βέβαια, δεν ανήκει τόσο στην κατηγορία των «εγκεφαλικών» ή των «υπαινικτικών» ταινιών, όσο δημιουργεί μια κατηγορία από μόνη της χρησιμοποιώντας την απλή, αλλά εξαιρετικά χτισμένη, ιστορία της ως μέσο αποπλάνησης του θεατή αλλά και άμεσο «δείκτη» της κεντρικής ιδέας του σκηνοθέτη.

Σε μια κοινωνία αμαρτωλών ανθρώπων, ένα έγκλημα κατά της αμαρτίας, πάλι από έναν αμαρτωλό, δεν αποτελεί μια υπερφίαλη θεωρία ενός αποτυχημένου αλλά ένα προσωπικό manifesto απέναντι στις συνθήκες που οδήγησαν στην εκδήλωσή του. Η πραγματοποίησή του, ναι μεν φαντάζει εξωπραγματικά απάνθρωπη, αλλά κανείς ποτέ δεν επέρριψε τις ευθύνες στον πυρήνα που έδωσε το έναυσμα γι’ αυτό το manifesto, όταν οι πραγματικοί δολοφόνοι της κοινωνίας και της ζωής βρίσκονται κάθε μέρα ως «κριτές» γι’ αυτό το manifesto. Ίσως, βλέποντάς το, να έρχονται στο νου αποσπάσματα από μια περασμένη ζωή, που αποτελεί αναπόσπαστο πλέον κομμάτι για την παθογένεια αυτού του manifesto.

Αμαρτωλές πράξεις, λάθη, αδιέξοδα ή και προσωπικές φιλοδοξίες, ξετυλίγουν το νήμα τους κρυμμένες πίσω από «αθώα» προσωπεία, που όπως είναι λογικό ποτέ δεν καταγγέλλονται για το «είναι» τους αλλά υποθάλπονται για το «φαίνεσθαι» τους. Σε ένα Φιντσερικό, όμως, manifesto, η αθωότητα αποτελεί το μέσο και την αποπλάνηση ταυτόχρονα, που περιμένουν την τελική λύτρωση για να αποδείξουν στο κοινό τους ότι αυτό το έργο το γνώριζαν ήδη πολύ καλά, με κάποιους να είναι οι προκαθορισμένοι πρωταγωνιστές, χωρίς όμως να το… ξέρουν. Όσο για τον ρήτορα, δεν είναι τίποτα περισσότερο από έναν απλό αμαρτωλό που, παίζοντας το αυτοαναφορικό του παιχνίδι, άφησε το στίγμα του πεθαίνοντας και όχι ζώντας και δρώντας.

Ο David Fincher σκηνοθετεί ένα σύμπαν δομών ψυχαναγκαστικής ακρίβειας, με χαρακτήρες που εκπροσωπούν καταστάσεις, κι όχι μόνο ενσαρκώσεις, κατασκευάζοντας ένα πλέγμα από υπόγειες ιδέες εναντίον της κατακρημνισμένης κοινωνίας του. Ο θύτης γίνεται θύμα, οι αμαρτίες προσωποποιούνται και η πραγματική πηγή του κακού βγαίνει τελικά στο φως.


Νικόλ Φιλιπποπούλου

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *