2010s,  CINEMA,  REVIEWS

Χορεύοντας στις αίθουσες με το La La Land – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: Damien Chazelle

Όσο κι αν κάποιος δεν είναι φαν των τυπικών ιστοριών με ζευγαράκια που μια ωραία μέρα του θεού θα γνωριστούν, βγουν, αγαπηθούν, αντιμετωπίσουν δυσκολίες,  χωρίσουν και μετά η μοίρα κάνει τα δικά της, όσο κι αν δεν είναι όλοι μουσικόφιλοι, τουλάχιστον στο κινηματογραφικό κομμάτι, και δεν γοητεύονται όταν η πλοκή που εκτυλίσσεται στην μεγάλη οθόνη αποτελεί κομμάτι μιας μουσικής διαδρομής, παρόλα αυτά θα βρεθεί σίγουρα ένας λόγος ή μια αφορμή για να δουν το La la land. Πρόκειται φυσικά για την πιο ξακουστή ταινία του 2016 που αγαπήθηκε από κοινό και κριτικούς κι εξακολουθεί να ξεσηκώνει τα πλήθη, προκαλώντας τους θεατές να χορέψουν στο ρυθμό του. Πολλοί μιλούν αναμφίβολα για την καλύτερη ταινία εκείνης της χρονιάς, αλλά αυτό είναι μια μεγάλη κουβέντα που θα βρει σίγουρα πολλούς πολέμιους.

Αλλά ας περιορίσουμε τη συζήτηση στο ίδιο το έργο, μιας και αυτό που έχει πραγματική σημασία για ένα Χολιγουντιανό υπερθέαμα, είναι το αν πέτυχε τελικά τον ψυχαγωγικό και μεγαλοπρεπή σκοπό του, χωρίς να γίνεται κλισέ ή αναμενόμενη η παρακολούθησή του. Η απάντηση, βέβαια, είναι δισκελής. Από τη μία, είναι αναμφίβολα ένα πρωτότυπο σύνολο, αντικατοπτρίζοντας ένα μουσικό modern musical romance που διατηρεί τον αργό ρυθμό και την απλότητα της κλασικής ρομαντικής ταινίας, προσγειωμένο, όμως, στο σήμερα.

Απ’ την αρχή κιόλας, η ταινία φαίνεται να έχει «επικίνδυνα» διασκεδαστικό ταμπεραμέντο, ανεβάζοντας τη διάθεση του κοινού της με ένα κομμάτι τύπου «παραδοσιακού musical», με την κλασική θεατρική δομή του, προετοιμάζοντας έτσι τη βάση της πλοκής του. Πρόκειται για μια σκηνή τόσο καθημερινή (μποτιλιάρισμα στους δρόμους) αλλά και τόσο ονειρική, με τις αντιθέσεις χρωμάτων να φτάνουν στο έπακρο και τον κάθε χαρακτήρα να διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους προσφέροντας τη δική του πινελιά στο μιούζικαλ. Η κινηματογράφησή της, δείχνει απ’ την αρχή τις ακραίες διαθέσεις εντυπωσιασμού της, παίρνοντας σοβαρά τον εαυτό της μεν, αξίζοντάς το, δε.

Ο σκηνοθέτης, λοιπόν, έχοντας ήδη εξασφαλίσει ένα θετικό κλίμα για αρχή, περνά κατευθείαν στο πολυπόθητο κύριο μέρος, γνωρίζοντάς στους θεατές έναν-έναν τους ήρωες, αλλά φροντίζοντας με τον τρόπο του να παραμείνει σε κάθε μυαλό αυτή η εναρκτήρια σκηνή. Θα λέγαμε ότι σε μια τέτοια ιστορία, που ο ήχος αποτελεί τμήμα της υπόθεσης και δεν λειτουργεί μόνο υποβοηθητικά στην ατμόσφαιρα, η μουσική παίζει το ρόλο ενός φορτισμένου μαγνήτη ο οποίος τραβά, όποτε ο ίδιος θέλει, την προσοχή του θεατή και κατευθύνει τα συναισθήματά του, και αξιοποιώντας σε μικρότερο βαθμό και δεύτερη μοίρα το story του.

Ποια είναι η Mia? Είναι μια νεαρή κοπέλα που, όπως και πολλοί άλλοι στη θέση της, είναι πεπεισμένη για το τι απαιτεί από την επαγγελματική της ζωή. Επιθυμεί να γίνει ηθοποιός, παραμερίζοντας τους συμβιβασμούς και προσπαθώντας να το πετύχει με κάθε μέσο, εθελοτυφλώντας στα «σημάδια» που μπορεί να της έθεταν μονοπάτια αντίθετων σκέψεων.

Ποιος είναι, απ’ την άλλη, ο Sebastian?  Ένας άντρας που δεν ξέρει ακριβώς τι θέλει από τον εαυτό του. Λατρεύει την τζαζ μουσική, θα ήθελε πολύ να αφιερωθεί σε αυτή κι έχει πείσει τον εαυτό του ότι αυτό είναι ένα όνειρο ζωής και αξίζει να το κυνηγήσει. Ξέρει, βέβαια, βαθιά μέσα του ότι όταν ένα κίνητρο είναι αντιρρεαλιστικό, δεν είναι ποτέ αρκετό από μόνο του για να γίνει πράξη στη ζωή.

Στο σημείο αυτό, εντοπίζεται και η «καρδιά» της ιστορίας. Δύο άνθρωποι ονειροπόλοι, ανολοκλήρωτοι, καθώς κανένας απ’ τους δύο δεν έχει πετύχει αυτό που πραγματικά επιθυμεί απ’ τη ζωή του, γνωρίζονται «καρμικά» κι ερωτεύονται σε έναν σύγχρονο κόσμο ευκαιριών, επιλογών και ονείρων, οταν η λέξη «συμβιβασμός» αλλά και η λέξη «ρίσκο» αποκτούν σάρκα και οστά, οδηγώντας σε εντελώς διαφορετικά μονοπάτια. Το ζευγάρι αυτό θα μπορούσε να είναι δύο οποιοιδήποτε σύγχρονοι άνθρωποι που μέσα απ’ τη σκληρή καθημερινότητα, η μουσική αποτελεί τη μόνη ονειρική φυγή. Μέσα απ’ το ρυθμό και το τραγούδι, ακόμα και μια γκρίζα, νυχτερινή μεγαλούπολη, μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μια χρωματιστή πόλη κάτω από το φως των αστεριών και τότε το όνειρο μπορεί να βιωθεί σαν πραγματικότητα, όσο χαζό κι αν φαίνεται, αρκεί μόνο να βρεθεί ένας ονειροπόλος να πιστέψει σε αυτό.

Ο Damien Chazelle, εμφανίζεται πολύ πιο ώριμος σε σχέση με το προηγούμενο του δημιούργημα- Whiplash (2014)-, μη υιοθετώντας ένα ξεκάθαρο σκηνοθετικό στυλ αλλά λειτουργώντας συνδυαστικά, πετυχαίνοντας έτσι ένα πολύ όμορφο αισθητικά αποτέλεσμα. Η ξεκάθαρη διείσδυσή του στον κόσμο του Χόλλιγουντ από τη μια, αλλά και η αναζήτηση ενός διαφορετικού σκηνοθετικού ταπεραμέντου από άλλους προκατόχους του είδους, δημιουργεί ένα μουσικό αφιέρωμα οπτικής πανδαισίας, που ναι μεν προσγειώνει ελαφρώς τον θεατή με την υπερβολική σεναριακή του λιτότητα, αλλά είναι δύσκολο να μην βγει χορεύοντας, κατά την αποχώρησή του από την κινηματογραφική αίθουσα.

Νικολ Φιλιπποπούλου

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *