CINEMA,  CULTVILLE SPECIALS

Blade Runner Universe: Από την Τεχνολογία του Αύριο στη Θεοσοφία του Σήμερα

Η ιστορία των Blade runner παρότι διαχωρίζεται χρονικά, αποτελούμενη από ένα ανεξάρτητο πρώτο μέρος κι ένα ημιανεξάρτητο δεύτερο, συνιστά ένα ενιαίο σύμπαν χαρακτήρων και αξιών, που μπορεί να μελετηθεί ταυτόχρονα και από τις δύο ταινίες. Έχοντας τις βάσεις του στο Blade Runner (1982) του Ridley Scott και συμπληρώνοντας σε μικρότερο ποσοστό το Blade Runner 2049 (2017) του Denis Villeneuve, το σύμπαν των μυθικών κυνηγών replica συνδυάζει τις ιδέες δύο εξαιρετικά σημαντικών σκηνοθετικών μυαλών, διατηρώντας το μυστήριο και την αίσθηση του «ανολοκλήρωτου» που πάντα άφηνε.

Η αρχή του νήματος, βέβαια, εντοπίζεται στην μελλοντολογική αναφορά του φιλμ του Ridley Scott, ο οποίος δίνει στο ανθρώπινο γένος τη δυνατότητα να κατασκευάζει αντίγραφα «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του», χωρίς να έχει, όμως, μια πλήρη εικόνα των κατασκευασμάτων του και των εξελικτικών δυνατοτήτων του, όπως ο ίδιος νομίζει ότι έχει. Αυτή είναι και η στοιχειώδης διαφορά ενός θεού με έναν θνητό wanna be θεό, που ναι μεν μιμείται με απόλυτη αρχομανία και υψηλού επιπέδου επιστημονική ικανότητα τον δικό του θεό, αλλά αρχίζει να «χάνει το παιχνίδι» σχετικά γρήγορα, όταν έρχεται αντιμέτωπος με τις εγκεφαλικές δυνατότητες ενός ανθρώπινου όντος.

Και κάπου εδώ, ξεκινά ο μυστηριώδης κόσμος του Blade runner, ένα συνονθύλευμα άγνωστων και περίπλοκων χαρακτήρων, που ο θεατής τελικά, δεν γνωρίζει επαρκώς ποτέ. Η ειρωνεία πάνω στην οποία ο Scott έχτισε τον κόσμο του είναι απλή: Σε έναν 100% τεχνολογικά αναπτυγμένο αλλά και γνωστικά καταρτισμένο κόσμο, με τον άνθρωπο να έχει περάσει σε ένα ανώτερο level εξέλιξης, ορισμένες αρχές παραμένουν σταθερές και αμετάβλητες. Με γνώμονα την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας, η θεοσοφία των επαναστατημένων replica δεν διαφέρει ιδιαίτερα από αυτή ενός γένους ανθρώπινων επαναστατών απέναντι στη θρησκεία και την ισχύ του ανθρώπινου θεού. Φυσικά, εδώ δεν τίθεται το θέμα «άνθρωπος ή θρησκεία», όσο η ψυχολογία ενός «δημιουργήματος» απέναντι στην ισχύ του «δημιουργού», ο οποίος τρέφεται μέσα από την πίστη των δημιουργημάτων.

Με απλά λόγια, αυτό που αποτελούσε πάντα κεντρικό άξονα δημιουργίας των replica ήταν ότι θα μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν ως υποκατάστατα ανθρώπινων αναγκών, προσφέροντας συναισθηματική πλήρωση στο ανθρώπινο γένος, κυρίως σε πιο πρακτικό επίπεδο. Η δυνατότητά τους, όμως, να μετατρέπονται σε λιγότερο ρομποτικά αλλά περισσότερο έμψυχα όντα δεν ήταν σαφώς προβλεπόμενη. Η ομοιότητά τους, δε, με τον ίδιο τον δημιουργό προσπαθώντας να επιτύχουν την πλήρη «καθ’ ομοίωση» άγγιξε σχεδόν το 100% της, ήδη από το Blade runner του Scott, για να συμπληρωθεί αργότερα με τα νέας γενιάς replica του Blade runner 2049, που είναι σχεδόν αδύνατον να διαχωριστούν από τους ανθρώπινους δημιουργούς τους.

Αυτό, όμως, δεν σταματούσε ποτέ τον στόχο της πλήρους «καθ’ ομοίωσης», κυρίως αν μελετηθεί η φιλοσοφία ύπαρξης των πρώτων μοντέλων replica. H σκηνή του Blade runner (1982) που o Roy Batty συναντά τον δημιουργό του, αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα για να εξηγήσει την παραπάνω θέση. Η συντριπτική υπεροχή του δημιουργήματος απέναντι στον δημιουργό, δεν ήταν από την αρχή προκαθορισμένη (ο Roy δεν είχε από την αρχή πρόθεση να τον σκοτώσει), αλλά ήρθε ως αποτέλεσμα της επανάστασης απέναντι σε μια καλά ριζωμένη δύναμη που θεωρούσε ότι μπορούσε να τον ελέγξει σε συνδυασμό με το δέος της στιγμής συνάντησης. Μη ξεχνάμε ότι το δέος απέναντι στον δημιουργό δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, ακόμα και όταν ο άνθρωπος πήρε τα «δημιουργικά ινία» στα χέρια του και μιμήθηκε τον θεό του. Όσο κι αν οι ρόλοι δημιουργού-δημιουργήματος είναι διαρκώς μεταβαλλόμενοι, οι αρχές πάνω στις οποίες δομήθηκαν, δυστυχώς, δεν αλλάζουν ποτέ.

Η συγκεκριμένη σκηνή, βέβαια, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ανάλυσης ολόκληρου βιβλίου, παρουσιάζοντας με εκπληκτική ακρίβεια τις λεπτομερειακές εναλλαγές της ψυχοσύνθεσης ενός δημιουργήματος κατά την αλληλεπίδραση με τον δημιουργό του. Η πρώτη οπτική επαφή είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομασθεί ως «στιγμή αμηχανίας»· τα βλέμματα γνωριμίας κυριαρχούν, η σιωπή διαχέεται στο χώρο και το δέος επικαλύπτει ολοκληρωτικά κάθε άλλο από τα εκατοντάδες μπερδεμένα συναισθήματα που έχει αναπτύξει το δημιούργημα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Από την πλευρά του δημιουργού, φυσικά, κυριαρχεί πιο πολύ «μια αμηχανία της ικανοποίησης» η οποία σταδιακά μετατρέπεται σε «αυτοϊκανοποίηση λόγω ισχύος». Ο διάλογος μεταξύ των δύο προσώπων καταφέρνει να φέρει στην επιφάνεια κλιμακούμενα την εσωτερική επανάσταση του δημιουργήματος, μετατρέποντας το δέος σε αφορμή για ανάδειξη προσωπικής ισχύος. Το κίνητρο έχει δοθεί, η αφορμή βρίσκεται στο χέρι του, άρα δεν υπάρχει κάποιο έμπρακτο εμπόδιο για να μην την αρπάξει.

Φυσικά, παρότι ο ίδιος ο Roy δεν το ξέρει, ακόμα και η πράξη αυτή ακολουθεί την διαδικασία μίμησης που αναφέρθηκε προηγουμένως, αφού ουσιαστικά αποτελεί ένα δημιούργημα ενός άλλου δημιουργήματος -ο άνθρωπος είναι δημιούργημα του θεού του- το οποίο έφτασε κλιμακωτά στην ίδια ακριβώς επανάσταση πριν περάσει στο επίπεδο να γίνει δημιουργός.

Η επανάσταση αυτή δείχνει να εξελίσσεται με ακόμα πιο έντονο τρόπο, κυρίως μέσα από το Blade runner 2049, που τα replica νέας γενιάς προσπαθούν να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους θεωρώντας ότι μπορούν να γίνουν τα ίδια δημιουργοί. Η τεχνολογική τους κατάρτιση, αγγίζει όντως την τελειότητα και αποτελεί ένα ακόμα αψυχολόγητο μυστήριο για το πώς έχουν καταλήξει να σκέφτονται και να δρουν ως εξ ολοκλήρου ανθρωποποιημένα ρομπότ, με την εξάρτηση από τον δημιουργό τους, όμως, να είναι για ακόμα μια φορά παρούσα. Όσο κι αν επιθυμούν την «καθ’ ομοίωση» είναι αδύνατον να επέλθει τελείως, μιας και εκ φύσεως αποδεδειγμένα, είναι υπό άλλη πορεία εξελιγμένες οντότητες. Η μίμηση και η κλιμάκωσή της αποτελούν το βασικό μοτίβο ανάπτυξής τους, αλλά παρόλα αυτά δεν ήταν ποτέ απόλυτα ίδιοι. Κάποιες ισορροπίες χάθηκαν κατά την δημιουργία τους, προσδίδοντάς τους ένα αρκετά υψηλό βαθμό ελευθερίας, όμως υπάρχουν άλλες που παραμένουν ακόμα στα χέρια του δημιουργού τους, ο οποίος εξακολουθεί να φέρει την ισχύ του ως «δημιουργός».

Μια απορία, ενδεχομένως, που θα μπορούσε να τεθεί σε όλο αυτό το «πλαίσιο άγνοιας» είναι: Ποια στοιχεία, εν τέλει, είναι αυτά που γνωρίζουμε με ασφάλεια για τα replica, παρά την τρομερή περιπλοκότητά τους; Η απάντηση σε αυτό θα επέλθει πάλι μέσα από την προϋπόθεση της μίμησής των δημιουργών τους αλλά και του τρόπου με τον οποίο κατασκευάστηκαν ώστε να φέρουν ανθρώπινα στοιχεία.

Η neo-noir φύση της Rachael (Sean Young) –Blade runner (1982)– παραπέμπει στην άκρως ανθρωποκεντρική σκοπιμότητα των replica ως υποκατάστατα για την εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών, υπενθυμίζοντας ακόμη μια φορά ότι καμία θεοσοφική βάση δεν μπορεί να στηριχθεί χωρίς μια έμπρακτη εφαρμογή στην ανθρώπινη καθημερινότητα. Τα replica, ναι μεν δεν έχουν εκ βιωμάτων χτισμένο συναισθηματικό κόσμο, έχουν την δυνατότητα, παρόλα αυτά, να συγκεντρώνουν έστω εμπειρίες του παρόντος και να τις μεταφέρουν στο συναισθηματικό τους κόσμο. Με άλλα λόγια, δεν βρέθηκε ποτέ κανείς να μάθει στην Rachael για την γοητεία, τον έρωτα και πώς να ανταποκρίνεται, αλλά το συναίσθημα του έρωτα βρήκε τις ρίζες να αναπτυχθεί λόγω της έμφυτης δυνατότητάς της να ερωτεύεται. Για την εκδήλωση, χρειάστηκε φυσικά ένας Harrison Ford για να παίξει το ρόλο του… δασκάλου.

Στο ίδιο πλαίσιο, μαθαίνουμε από το Blade runner 2049 ότι οι replica μπορούν να τεκνοποιήσουν κανονικότατα, κάτι το οποίο ανακαλύφθηκε ακόμα και στα πιο πρώιμα μοντέλα. Το αποτέλεσμα, βέβαια, παραμένει ένα ακόμα άλυτο μυστήριο του σύμπαντος του Blade runner. Ίσως, εν κατακλείδι, οι replica να αποτελούν ένα ρομποτικό template φτιαγμένο από τον άνθρωπο, αλλά με την κατάλληλη τροφοδοσία ώστε να εξελιχθούν μόνοι τους και να προκύψει μια ανθρώπινη φιγούρα «αβυσσαλέας» ψυχολογίας.

Κινηματογραφικά, απ’ την πλευρά του, τo σύμπαν του Blade runner δεν στερήθηκε ποτέ την αναγνώριση της ευφυέστατης σύλληψής του. Ήδη από τη δεκαετία του 90’ που τα εφέ και οι τεχνικές προδιαγραφές βελτιστοποιούνται στο μέγιστο, οι σινεφίλ αναφορές στο Blade runner και τις εικόνες του Ridley Scott είναι παρούσες σχεδόν σε όλο το sci-fi είδος, με κυριότερο εκπρόσωπο το The Matrix (1999). Το Blade runner 2049, είναι γεμάτο σινεφίλ αναφορές στον προκάτοχό του αλλά και στο The Matrix (1999), δημιουργώντας έναν πιο έντονο κινηματογραφικό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα δύο διαφορετικά σύμπαντα.

Με τη σειρά του, το Blade runner του Ridley Scott, δεν παρέλειψε να τιμήσει την κινηματογραφική τέχνη, δημιουργώντας από το μηδέν αυτό τον τεράστιο οπτικοποιημένο κόσμο που προηγουμένως αναφέρθηκε. Οι neo-noir χαρακτήρες (με την Rachael να αποτελεί τον πιο χαρακτηριστικό) συμπληρώνουν με ιδιαίτερο τρόπο τη σινεματογραφική επικράτηση του γκρι-μπλε στις σύγχρονες εικόνες, παραδίδοντας περισσότερο έναν κινηματογραφικό φόρο τιμής, παρά ένα καθαρόαιμο sci-fi της δεκαετίας του 80’.

Οι επιλογές αυτές εκπροσωπούν και τις απαιτήσεις μιας ολόκληρης κινηματογραφικής γενιάς, πετυχαίνοντας το sci-fi είδος στην ακμή του. Οι αντιλήψεις του κοινού στο οποίο απευθυνόταν στηρίζονταν περισσότερο στη λογική του «εξωπραγματικού υπερθεάματος», το οποίο προσέφερε μεν, αλλά κατέρριψε θεματικά δε. Ίσως γι’ αυτό στην εποχή του, το Blade runner δεν έλαβε ποτέ την αναγνώριση που επιθυμούσε στον κόσμο του σινεφιλικού κοινού, με το peak της σινεφιλικής αποδοχής του να αγγίζεται κυρίως στις δεκαετίες 90’ και 2000’.

Φυσικά, παρότι τελευταία η καθολική αυτή αποδοχή τείνει να αναιρεθεί, λόγω της διαφοροποίησης των κινηματογραφικών γούστων ειδικά στο πλαίσιο του sci-fi, είναι αδύνατον όλος αυτός ο κόσμος να μην περάσει ποτέ από τις «μικρές οθόνες» κάθε σινεφίλ θεατή και να μην παρασύρει τους λίγο πιο υποψιασμένους στον σκοτεινό και ανεξερεύνητο κόσμο των εικόνων του.


Νικόλ Φιλιπποπούλου

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *