2010s,  CINEMA,  REVIEWS

Κόκκινο Σπουργίτι /Red Sparrow – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: Francis Lawrence

Ψευδαίσθηση, ανθρωποκυνηγητά, απάτες, βία, μπόλικη σεξουαλική αποπλάνηση και ψυχροπολεμικά κατασκοπικά παιχνίδια συνθέτουν το Κόκκινο Σπουργίτι του Frances Lawrence, την τέταρτη κατά σειρά συνεργασία του με την μούσα του Jennifer Lawrence μετά τις τρείς προηγούμενες ταινίες τους για τις ανάγκες του franchice, Αγώνες Πείνας.

Το Κόκκινο Σπουργίτι εκτυλίσσεται στην σύγχρονη Μόσχα, με την Jennifer Lawrence να υποδύεται την Dominika Egorova, μια πρίμα μπαλαρίνα των Μπολσόι, η οποία μετά από ένα ατύχημα επί σκηνής αναγκάζεται να αποσυρθεί από το μπαλέτο πάνω στην ακμή της καριέρας της. Σύντομα την ευκαιρία αυτή εκμεταλλεύεται ο θείος της, ο οποίος εργάζεται για τις μυστικές υπηρεσίες της Ρωσίας, με αποτέλεσμα να της αναθέσει να φέρει εις πέρας την αποπλάνηση ενός διεφθαρμένου πολιτικού στελέχους με αντάλλαγμα την παροχή ιατρικής περίθαλψης για την φιλάσθενη μητέρα της. Τα γεγονότα παίρνουν μια απροσδόκητη τροπή όταν η πρωταγωνίστρια καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην διακινδύνευση της ζωής της και στην στρατολόγηση της σε μια μυστική υπηρεσία η οποία ως σκοπό έχει την εκπαίδευση των τροφίμων της σε «Σπουργίτια», μυστικούς πράκτορες που εκπαιδεύονται στην εκμάθηση της σεξουαλικής χειραγώγησης των θυμάτων τους ως χρέος στην πατρίδα τους.

Η Jennifer Lawrence λίγο μετά την ερμηνεία παράδοση ψυχής στην περσινή διχαστική ταινία  του σκηνοθέτη Ντάρεν Αρονόφσκι, με τίτλο μητέρα! επιλέγει ακόμη ένα αμφιλεγόμενο και πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της ρόλο, τον οποίο καταφέρνει να κάνει κτήμα της όπως μόνο εκείνη ξέρει.

Ερμηνεύοντας έναν χαρακτήρα ο οποίος αποτελεί έναν συνδυασμό του Salt της Angelina Jolie και του Black Widow της Scarlett Johansson, αποδεικνύει για ακόμη μια φορά τον δυναμισμό που την διακατέχει επί σκηνής, καθώς χρησιμοποιεί κάθε δυνατό μέσο για να ενσαρκώσει την ηρωίδα της. Η Dominika ή αλλιώς το Κόκκινο Σπουργίτι που γρήγορα ανέρχεται στην ιεραρχία του κύκλου της ενσαρκώνεται από την πρωταγωνίστρια με σαγήνη, παγερές εκφράσεις και απάθεια θυμίζοντας κάτι από τους πρώιμους ρόλους της Nicole Kidman. Χωρίς να πετυχαίνει πλήρως την ελαφριά Αμερικανό-ρώσικη προφορά που απαιτεί ο ρόλος καταφέρνει να επιτύχει σε όλο το υπόλοιπο πακέτο. Το cast που την πλαισιώνει αποτελούμενο από ονόματα όπως ο Jeremy Irons και ο Matthias Schoenaerts είναι απλώς διεκπεραιωτικό με την Charlotte Rampling να είναι η μόνη που ξεχωρίζει στον ρόλο της αυταρχικής εκπαιδεύτριας «σπουργιτιών» του στρατοπέδου. Ο συμπρωταγωνιστής της Lawrence, Joel Edgerton δείχνει ταιριαστός στον ρόλο του πράκτορα της CIA, Nate Nash, ενώ ουσιαστικά αχνoφαίνεται δίπλα στην συμπρωταγωνίστρια του, δίχως να δίνει την δική του σφραγίδα στην ταινία, γεγονός που μας κάνει να φανταζόμαστε πως μια άλλη επιλογή θα είχε καλύτερα αποτελέσματα.

Η συνολική ατμόσφαιρα είναι εκείνο το οποίο η ταινία υπόσχεται εξαρχής, ακροβατώντας ανάμεσα στις καταδιώξεις, την ερωτική αποπλάνηση και την ωμή και σκληρή βία χωρίς να διστάζει να γίνει αρκετά περιγραφική, με αποτέλεσμα να υπάρχουν στιγμές που θες να αποστρέψεις το βλέμμα σου από την οθόνη σε έντονες σκηνές βασανιστηρίων. Με πολλαπλά εξωτερικά γυρίσματα στην Βουδαπέστη, την Βιέννη και το Λονδίνο η σκηνοθεσία του Lawrence χτίζει καλά το μυστήριο σε ορισμένες σκηνές, αποσυνθέτοντάς το, όμως σε άλλες, σε σημείο που μπερδεύει τον θεατή για τις πραγματικές προθέσεις του σκηνοθετικού εγχειρήματος του. Η ένταση ωστόσο επαναφέρεται στους βασικούς ρυθμούς, χάρη στην διεισδυτική μουσική επένδυση του James Newton Howard που ενισχύει τον έντονο ρυθμό της ταινίας, η οποία παρόλη την μεγάλη διάρκεια της (γύρω στις 2 ώρες και 20 λεπτά) εξελίσσεται γρήγορα δίχως να κουράζει.

Η έλλειψη πρωτοτυπίας από την μια υπόσχεται μια πιο κλασική προσέγγιση κατασκοπικού παιχνιδιού παλιάς κοπής χωρίς να πετυχαίνει σε πλήρη βαθμό τον σκοπό της, μιας και η πλοκή διακατέχεται από κλισέ, σε γενικά πλαίσια, χωρίς όμως αυτό να αποδυναμώνει απαραίτητα τον ρυθμό της. Ξεκινώντας με μια εξαιρετική σεκάνς μπαλέτου, κατασκοπικής καταδίωξης και δολοπλοκίας που φέρει μια μικρή επιρροή από τον «Μαύρο Κύκνο» του Ντάρεν Αρονόφσκι, συνεχίζει με μια βίαιη σκηνή δολοφονίας η οποία μιμείται κατά πολύ μια παρόμοια αιματηρή σεκάνς από το θρίλερ του David Fincher, «Το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε».

Η συνέχεια της προσπαθεί να χτίσει ανατροπές στην πλοκή, αδυνατώντας μεν να εντυπωσιάσει πλήρως στο φινάλε, προσφέροντας δε μια ικανοποιητική κατάληξη για τον θεατή. Ίσως η πιθανή πρόσθετη επιμονή σε σημαντικά κομμάτια της πλοκής όπως η εκπαίδευση των νεοφερμένων τροφίμων σε σπουργίτια, η εντονότερη χημεία ανάμεσα στο πρωταγωνιστικό δίδυμο και η αποφυγή ανακύκλωσης σκηνών ανέβαζαν την ταινία ένα σκαλί παραπάνω.

Συνοψίζοντας η ταινία στο σύνολο της υπόσχεται ψυχαγωγία, διέγερση του ενδιαφέροντος και του μυστηρίου ακόμη και σε απλοϊκό βαθμό και μια νέα τολμηρή επιλογή στο κατασκοπικό κινηματογραφικό είδος δράσης που χρειάζεται μια σίγουρη αναβάθμιση την οποία το Κόκκινο Σπουργίτι δείχνει φαινομενικά να διαθέτει.


Χρήστος Ψυχογυιός

Χρήστος Ψυχογυιός

90s-kid-Vol. II, σπουδαστής δημοσιογραφίας, ΧαριΠοτερόφιλος, γατόφιλος, μανιακός σινεφίλ και πωρωμένος με την Emma Watson. Του αρέσει να βλέπει ταινίες μέχρι τελικής πτώσεως, να συζητάει για αυτές μέχρι να τις βαρεθεί και να διαβάζει J.K.Rowling πιστεύοντας πως «το Hogwarts είναι το πραγματικό του σπίτι». Δηλώνει μεγάλος φαν του βρετανικού σινεμά και των ταινιών εποχής. Εάν δεν βρίσκεται πίσω από μια οθόνη σκρολάροντας για κινηματογραφικά νέα, θα καταναλώνει αναρίθμητες κούπες καπουτσίνο και τσαγιού χαζεύοντας την βροχή ή θα ανατρέχει στις πλησιέστερες αίθουσες για επαναπροβολές ταινιών. Η μόνη έξοδος διαφυγής από το σινεμά για εκείνον είναι η λογοτεχνία, η μουσική και το θέατρο, ενώ η βιογραφία του θα ήθελε να σκηνοθετηθεί από τον Tim Burton, τον Darren Aronofsky ή τον Mike Leigh.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *