SERIES

Ο Φουτουριστικός κόσμος του Black Mirror – Review 1ου & 2ου κύκλου

1ος κύκλος

2ος κύκλος

by Netflix

Την μαυρίλα της ανθρώπινης μάζας και τον κοινωνικό αντικατοπτρισμό της, προσπάθησε να διαπραγματευτεί με έναν, τουλάχιστον, υπερεμφανή τρόπο το Black Mirror στις δύο πρώτες σεζόν του (κυρίως την 1η), τοποθετώντας την κοινωνία αυτή σε ουτοπικά, φουτουριστικά, γήινα σύμπαντα. Οι ανθρώπινες επιλογές σε συνάρτηση πάντα με την κοινωνική αποδοχή τους είναι ο κυριότερος προβληματισμό της σειράς, τοποθετώντας τον θεατή σε ένα πλαίσιο διχαστικών ιστοριών με ήρωες που άλλοτε κατακρίνουν την μαζοποιημένη αυτή πραγματικότητα και άλλοτε την υποστηρίζουν, με αποτέλεσμα να υποστούν τις ανάλογες συνέπειες.

Ο θεατής, απ’ την άλλη, παρακολουθεί αμέτοχος μεν, αλλά εκτίθεται και ο ίδιος στα διλήμματα των ηρώων, σκεπτόμενος αν ο ίδιος θα έκανε την αντίστοιχη επιλογή, επηρεασμένος από τις υποταγές του τεχνοκρατικού περιβάλλοντος στο οποίο θα ζούσε. Στη φάση αυτή, ίσως οι ιστορίες και οι επιλογές να μην φαίνονται τόσο απόμακρες και ουτοπικές, θυμίζοντας σε μεγάλο βαθμό μια σύγχρονη παραβολική αλήθεια, η οποία εύκολα μπορεί να ανιχνευτεί σε παροντικά πρόσωπα. Η παραβολική αυτή φύση της σειράς αρχίζει να διαφαίνεται από το 3ο επεισόδιο του 1ου κύκλου και γίνεται πλήρως εμφανής σε όλο τον 2ο κύκλο.

Τα δύο πρώτα επεισόδια του 1ου κύκλου κινούνται ελαφρώς διαφορετικά, λειτουργώντας πολύ πιο διδακτικά από τις συνέχειές τους, αλλά περισσότερο ως εισαγωγές στον κόσμο του Black Mirror. Πιο συγκεκριμένα, το 1ο επεισόδιο θέτει με απόλυτη ακρίβεια και σαφήνεια τον κοινωνικοκεντρικό άξονα της σειράς, παραθέτοντας την ιστορία στο κοντινό μέλλον, αλλά με μικρή δόση υπερβολής. Το 2ο επεισόδιο, με τη σειρά του, αποτελεί μια μετάβαση στο φουτουριστικό σχήμα που ακολουθείται στη συνέχεια, επιδεικνύοντας εντονότερα τις έντονα διδακτικές τάσεις της σειράς.

Πράγματι, ακόμα και μετά τα δύο πρώτα μεταβατικά επεισόδια και την σταθεροποίηση των νοηματικών τεχνικών της, η τάση για παράθεση των μηνυμάτων της με τον πιο ανοιχτό κι εμφανή τρόπο, χαρακτηρίζει κάθε πτυχή της. Η σεναριακή δομή των επεισοδίων, ειδικά του 1ου κύκλου, συνίσταται από το επαναλαμβανόμενο μοτίβο «Τεχνολογική ιστορία-δίλημμα πρωταγωνιστή-επιμύθιο», προσδίδοντας έτσι σε όλο το εύρος της σειράς το στοιχείο της διδαχής και της δασκαλοκεντρικής κινηματογράφησης.

Στο ίδιο ύφος κυμαίνονται και οι χαρακτήρες, οι οποίοι είναι δημιουργημένοι «ακριβώς όπως πρέπει να είναι», συνδυάζοντας το προφίλ ενός κλισέ ήρωα «δασκάλου» με την λιγότερο νατουραλιστική και άκρως τυποποιημένη προσωπικότητά του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που πάντα οι πρότυποι και ωραιοποιημένοι χαρακτήρες δεν διέθεταν σφαιρική και μεταβαλλόμενη εικόνα, αλλά κατεύθυναν τον θεατή στο νόημα το οποίο προσωποποιούσαν, χάνοντας την πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξής τους. Και αυτό, γιατί είναι αδύνατον ένας ανθρώπινος χαρακτήρας να μπορεί να αντιπροσωπεύεται από μια μονομερή και επίπεδη προσέγγιση μίας μόνο ιδέας, καταρρίπτοντας έτσι την «αμαρτία» που διαθέτει, ούτως ή άλλως, από τη φύση του ως άνθρωπος.

Ο 2ος κύκλος της σειράς, βέβαια, «χαμηλώνει τους τόνους» στο ηχηρό «εγώ» των δημιουργών και της τόσο απροκάλυπτης ρήσης τους, προσπαθώντας ορισμένες φορές να αναμείξει και τον θεατή στην ιστορία κι ακολουθώντας πιο εγκεφαλικά μονοπάτια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα δύο πρώτα επεισόδια της σεζόν, με το 1ο να επικαλείται την συναισθηματική συμβολή της τεχνολογίας που εύκολα μπορεί να καταλήξει σε εκμετάλλευση της ανθρώπινης αδυναμίας, ενώ το 2ο να βαδίζει σε χνάρια ψυχολογικού θρίλερ καταδίωξης, παίζοντας με το μυαλό του θεατή μέσω ομαλά μεταβαλλόμενων χαρακτήρων. Ακόμα και με ηπιότερους τόνους, όμως, η διδαχή και οι προφανείς σκοποί, συνεχίζουν να διαφαίνονται στα υπόλοιπα επεισόδια, με τη διαφορά ότι η εξιδανίκευση έχει μειωθεί σε αισθητό βαθμό.

Εν τέλει, τι είναι αυτό που υπόσχεται το Black Mirror; Υπόσχεται μια κοινωνική καταγγελία στην τεχνοκρατική ιδεολογία και την μαζοποίηση, προβλήματα που δίνουν το παρόν σε κάθε γήινη πραγματικότητα, ανεξαιρέτως χρονολογίας και περιβαλλοντικών συνθηκών. Σίγουρα όλα αυτά ακούγονται σπουδαία, όμως η υπόσχεση από την τήρησή της απέχουν αρκετά χιλιόμετρα, ίσως γιατί μια ατελής κινηματογραφική τέχνη «κρούει πάντα τη θύρα», δηλώνοντας στους ευκολόπιστους θεατές την ύπαρξής της.


Νικόλ Φιλιπποπούλου

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *