1980s,  CINEMA,  REVIEWS

The Cook, the Thief, his Wife and her Lover του Peter Greenaway – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: Peter Greenaway

H αγανάκτηση μέσα από εικόνες και παράξενες ιστορίες μυστήριων, αντισυμβατικών ηρώων, αποτελεί εδώ και πολλές δεκαετίες έναν βασικό κινηματογραφικό άξονα έκφρασης, συνθέτοντας μάλιστα και τη βάση πάνω στην οποία χτίστηκε ολόκληρος ο κόσμος του Weird Wave. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Peter Greenaway με το The cook, the thief, his wife and her lover, δημιουργώντας μια φαινομενικά απλή ιστορία, οι διαστάσεις της οποίας στηρίζονται στους «περίεργους» χαρακτήρες της. Με τον τίτλο να δείχνει πολύ πιο περιγραφικός απ’ ότι συνήθως, το μόνο που μένει είναι η διαπίστωση από το κοινό «ιδίοις όμμασι» για το ποια είναι, επιτέλους, αυτή η τόσο σημαντική ιστορία που καθιστά έναν μάγειρα, έναν κλέφτη, τη γυναίκα του και τον εραστή της, τόσο σημαντικούς που αξίζει για χάρη τους μια ολόκληρη ταινία.

Η πορεία του σεναρίου, ακολουθεί μια παραμυθένια ροή, λαμβάνοντας χώρο σε ένα πολυτελές, «πολύχρωμο» εστιατόριο και παρατηρώντας την ανάπτυξη της ιστορίας κάθε μέρα, κατά τη διάρκεια του φαγητού των πελατών, βλέποντας παράλληλα το μενού να διαφοροποιείται. Παρότι η στατική φύση του έργου καθιστά την οπτική ποικιλία περιορισμένη, καταφέρνει, ωστόσο, να αναπτύξει έναν ολόκληρο χρωματικό κόσμο σε έναν μόνο χώρο, μεταλλάσσοντας τις αποχρώσεις του κάθε δωματίου αλλά και των ενδυμάτων που συνοδεύουν τους ήρωες. Η μουσική υποβόσκει ύπουλα αλλάζοντας ρυθμό ανάλογα το δωμάτιο και διαμορφώνοντας, συνδυαστικά μαζί του, την ατμόσφαιρα της ταινίας. Έτσι, η πρακτική στασιμότητα διέπεται από πολλαπλές εναλλασσόμενες παλέτες (πχ. γοργές μεταβάσεις από τις αποχρώσεις του λευκού στις αποχρώσεις του έντονου ερυθρού), πλαισιώνοντας έτσι μια αλληγορική πραγματικότητα αποτελούμενη μόνο από διαφορετικές χρωματικά εικόνες.

Οι αλληγορικές διαστάσεις τους, βέβαια, στηρίζονται περισσότερο στην απόλυτη φύση των χαρακτήρων και τoν τρόπο με τον οποίο επηρεάζει ο ένας τον άλλο. Υπό τον ήχο του τραγουδιού ενός παιδιού-δούλου που επικαλείται τον Θεό να συγχωρέσει τα αμαρτήματά του, μέχρι τo τραπέζι ενός βίαιου εγκληματία που καταναλώνει ασύστολα, χωρίς να υπάρχει αύριο, κακομεταχειριζόμενος όλους τους ανθρώπους γύρω του, το αντιθετικό μοτίβο δηλώνει το παρόν του. Κάποιοι ζητούν συγχώρεση, ενώ τις αμαρτίες τις διαπράττουν άλλοι. Ο Θεός τους, όμως, τι κάνει μπροστά στην όψη αυτής της αδηφάγας αμαρτίας; Μάλλον, απλά παρατηρεί κι αφήνει τους ανθρώπους στο έλεος του κακού.

Δεδομένης της πολιτικής κατάστασης της Αγγλίας με τη Margaret Thatcher τo 1989, αλλά και λόγω της γενικότερης πολιτικής εικόνας που εκφράζουν η πλειονότητα των πολιτικών ηγετών τελικά, η αγανάκτηση του Peter Greenaway γίνεται πλέον στοχευμένη και προσωποποιημένη. Οι ήρωές του εκπροσωπούν πολιτικούς ρόλους σε μια ιστορία μη-πολιτική, προσπαθώντας μέσα από αυτή να ισχυριστούν τη δική τους επανάσταση έναντι στην απολυταρχία και τον εγωκεντρισμό της πολιτικής ηγεσίας. Το αντιθετικό μοτίβο δηλώνει για ακόμη μια φορά την παρουσία του, αντιπαραβάλλοντας το παθιασμένο και σαγηνευτικό love story, με τις άγριες κι αποκρουστικές εικόνες στο τραπέζι του βίαιου εγκληματία. Η δε δράση των εικόνων που αναφέρθηκε προηγουμένως, είναι, στο σημείο αυτό, ακόμα πιο εμφανής.

Η επανάσταση του Greenaway, φυσικά, δεν θα μπορούσε να έχει αίσιο τέλος, με τους χαρακτήρες του να υποτάσσονται στην δύναμη του «σάπιου» συστήματος, πριν προχωρήσουν το σχέδιό τους. Επειδή, όμως, κάθε ακραία δράση έχει και μια ακραία αντίθετη αντίδραση, το peak της αγανάκτησης και η «καρδιά» της επανάστασης αποδεικνύεται ότι δεν έχει φτάσει ακόμα. Ίσως γιατί ένα προσωπικό κίνητρο, σε συνδυασμό πάντα με το εκδικητικό συναίσθημα –που αρκεί πολύ περισσότερο, πολλές φορές, από το συναίσθημα της αδικίας για να εξυψώσει μια εσωτερική επανάσταση– είναι ικανά να επιφέρουν τρομακτικά αποτελέσματα.

To The cook, the thief, his wife and her lover, δεν συνιστά μόνο τον προσωπικό θυμό ενός σκηνοθέτη αλλά εκπροσωπεί την απελπισία μιας ολόκληρης γενιάς, που βρήκε τα δικά της κίνητρα για μια μεγάλη επανάσταση έναντι στην υπάρχουσα πολιτική ιδεολογία, γενικά, και τον Θατσερισμό, ειδικά. Οι χαρακτήρες, δεν στέκονται απόμακροι και υπεράνω του κοινού τους, αλλά επιτρέπουν στον θεατή να ταυτιστεί μαζί τους και να αγανακτήσει κι αυτός, προσκαλώντας τον στη δική του επανάσταση –πρώτα εσωτερική– καθώς πάντα η ταινία αυτή, και η ιστορία που διηγείται, θα παραμένει επίκαιρη. 

Trailer:

Original Score by Michael Nyman:


Νικόλ Φιλιπποπούλου

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *