2010s,  CINEMA,  CULTVILLE SPECIALS,  REVIEWS

Αναζητώντας τον Neon Δαίμονα του Nicolas Winding Refn – Ανάλυση

Σκηνοθεσία: Nicolas Winding Refn

**Ανάλυση Ταινίας: Είναι ένα κείμενο που αναλύει όλες τις παραμέτρους του περιεχομένου της ταινίας. Γι’ αυτό ΠΡΟΣΟΧΗ! Περιέχει SPOILERS και διαβάζετε με δική σας ευθύνη.**

 

A. ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ THE NEON DEMON

Με λάμψη, χρώματα και φως αντέκρουσε ο Nicolas Winding Refn τον λαμπερό, χρωματιστό, αλλά σκοτεινό και αδηφάγο κόσμο του modeling, στην ιστορία του The Neon Demon. Μοντέλα του Λος Αντζελες, ρίχνονται στην μάχη της ομορφιάς, μιας λέξης που για τον Refn παίζει καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη της κεντρικής ιδέας του εγχειρήματός του.

Η οπτική του για την ομορφιά, αποτελεί ίσως και τον κυριότερο λόγο που η ταινία ήταν, είναι και θα είναι ένα αμφιλεγόμενο cult, καθώς η εποχή στην οποία τοποθετείται, συνίσταται από γενιές ανθρώπων με αντικρουόμενες απόψεις για την ουσία ή μη της αληθινής ομορφιάς. Είναι άραγε η επιφάνεια ή μήπως το παν;

Η κινηματογραφική απάντηση, πάντως, του Refn σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται ξεκάθαρη, ακόμα κι αν οι χαρακτήρες του The Neon Demon καταλήγουν να τιμωρούνται από τη μοίρα τους. Ξεκινώντας από μια «ζωντανή-νεκρή» και καταλήγοντας σε μια «νεκρή-ζωντανή», η ιστορία που διηγείται το The neon demon είναι πολύ πιο προσωπική από όσο θέλει να φαίνεται, αγγίζοντας στο δεύτερο μισό της τα όρια της σουρρεαλιστικής παράνοιας.

Παρόλα αυτά, η αρχή και το τέλος του έργου, αποτελούν το ίδιο και το αυτό, με το κοινό σημείο τους να συνοψίζεται στην εξής φράση: «Είναι η ομορφιά κάτι για το οποίο αξίζει να πεθάνει κανείς»; Ο «κανείς» στην προκειμένη περίπτωση είναι η Jesse (Elle Fanning), της οποίας το μυαλό ανοίγει πολύ πιο έκδηλα στον θεατή απ’ όσο ο ίδιος νομίζει, παραθέτοντάς του από το πρώτο κιόλας πλάνο της ταινίας το σκηνοθετικό τρικ που αξιοποιεί ο Refn για να δομήσει την ιστορία του.

Παρατηρώντας το photoshooting της Jesse στην εναρκτήρια σεκάνς, οι εστιάσεις του Refn στα μάτια της, αποτελούν την επίσημη «χειραψία» του κοινού με την κινηματογραφική «θύρα» την οποία ανοίγει. Η τεχνική αυτή έχει χρησιμοποιηθεί από ένα μεγάλο εύρος, κυρίως σουρρεαλιστών, σκηνοθετών[1], προκειμένου να δηλώσουν με έναν πιο εμφανή τρόπο την ονειρική- φανταστική- υποσυνείδητη και σίγουρα ψυχογραφηματική υπόσταση της ιστορίας που ακολουθεί. Η λήξη της «θύρας» αρχίζει να διαφαίνεται με τον θάνατο της Jesse για να ολοκληρωθεί με την λήξη της ταινίας και την κατάποση του ματιού από την Sarah (Abbey Lee), το ένα από τα δύο μοντέλα που ακολουθούν σατανικά την πορεία της Jesse στο The Neon Demon.

 

B. Ο ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ ΔΟΜΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ REFN

Όπως προαναφέρθηκε, το πρώτο επίπεδο της ιδέας του Refn, κρύβεται στην κατάρριψη του modeling ως τρόπο ζωής αλλά και ως ολική κοινωνική νοοτροπία. Ήδη από την φύση των συμβολικών ηρώων του The neon demon, o θεατής εισάγεται με ιδιαίτερα άμεσο τρόπο στις πτυχές του modeling που ο Refn προσπαθεί να απομυθοποιήσει.

Οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι γυναίκες, γι’ αυτό και ο σκηνοθέτης χαρακτήρισε την ταινία του ως η «απόλυτα γυναικεία ταινία». Οι ανδρικοί χαρακτήρες, ναι μεν είναι πολύ σημαντικοί, αλλά έχουν αποδοθεί με περιορισμένο εύρος και παραβρισκόμενοι στο προσκήνιο, συγκριτικά με τους 4 γυναικείους ρόλους, που αποτελούνται από μεταβλητά μέρη και κλιμακώσεις.

Εκτός από την Jesse, ο ρόλος της οποίας διαθέτει το πιο προσωπικό ύφος από όλους, οι άλλες τρεις γυναίκες αποτελούν εκ φύσεως τρεις διαφορετικές αξίες, οι οποίες δομούν το σύγχρονο modeling στην καθολική μορφή του. Η Sarah, ένα παθιασμένο μοντέλο που ποτέ δεν αναγνωρίστηκε όπως της άξιζε, δεν σκοπεύει να αφήσει τίποτα «να πέσει κατω», φτάνοντας στα άκρα με οποιαδήποτε αφορμή. Το μόνο που θέλει είναι να γευτεί, έστω, αυτό το συναίσθημα της απόλυτης ικανοποίησης της πρωτιάς. Η Gigi, μια κοπέλα που έχει διεκδικήσει υψηλές θέσεις αναγνώρισης, αλλά ποτέ με την αξία της, παλεύει ακόμα με εγχειρήσεις και μπότοξ για να αποκτήσει την ομορφιά που τόσο επιθυμεί. Το μόνο που θέλει, είναι να αισθανθεί αυτή την τελειότητα που χαρακτηρίζει ένα πετυχημένο και ξεχωριστό μοντέλο. Και υπάρχει και η Ruby, ένας αρκετά πιο περίπλοκος χαρακτήρας, που σε πρώτη φάση λειτουργεί απλά ως μια μακιγιέρ που πλησιάζει επικίνδυνα την Jesse. Τα κίνητρα της, για την ώρα… άγνωστα.

Εκτός από τα κίνητρα των τριών αυτών γυναικών, που από την αρχή της ταινίας γίνονται σε μεγάλο βαθμό ξεκάθαρα, η δράση τους και η κατάληξή τους εξαρτάται σε πολύ μεγάλο ποσοστό από τον κεντρικό χαρακτήρα, την Jesse. Η Jesse εκπροσωπεί την τελειότητα σε κάθε επίπεδο με μια σαγήνη και ομορφιά που θα ζήλευε το κάθε μοντέλο. Σε ένα σώμα, συνιστά όλα εκείνα τα στοιχεία που οι άλλες τρεις αναζητούν. Τα στοιχεία, όμως, αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την κοινωνική υπόσταση του modeling, όσο με την καρδιά του σεναριακού εγχειρήματος του Refn.

Η Jesse δεν συμβολίζει την ομορφιά˙ είναι η ομορφιά. Οι δυνάμεις που κρύβει σαν περσόνα είναι τόσο πολύπλοκες, που και η ίδια δεν γνωρίζει την τρομακτικά επιβλαβή φύση τους εναντίον της, ακόμα και μέχρι το τέλος του έργου. Ξεκινώντας από την αθώα-παιδική ομορφιά στο πρόσωπο ενός άμαθου κοριτσιού, η αναζήτηση της πραγματικής της δύναμης, ως γυναίκα πλέον, αρχίζει να κλιμακώνεται καθώς εκείνη διεισδύει όλο και περισσότερο στα κυκλώματα του modeling. Το αποτέλεσμα είναι η εξύμνηση ενός καθαρόαιμου ναρκισσισμού που αρκεί από μόνος του για να επιφέρει την τελική καταστροφή.

Στην πορεία προς αυτόν, οι φάσεις και οι επιρροές που δέχεται η Jesse είναι ποικίλες. Η πρώτη της φωτογράφηση, για παράδειγμα, όχι μόνο δεν ακολούθησε την αναμενόμενη αρνητική εντύπωση που είχε αφεθεί στο κοινό, αλλά έλαβε διαστάσεις αποθέωσης και ειδωλοποίησης, ενός προσώπου που ακόμα δεν έχει γευτεί την αληθινή προσπάθεια για επιτυχία. Η δοκιμαστική πασαρέλα, δε, κάθε άλλο παρά αποθαρρυντική φάνηκε.

Στην αληθινή, όμως, πασαρέλα τα πράγματα άλλαξαν. Οι παροτρύνσεις έσβησαν και οι δευτερεύουσες φωνές κυρίευσαν το κεφάλι της παίζοντας ένα δικό τους ναρκισσιστικό παιχνίδι: «Αν είσαι όμορφη έχεις τα πάντα! Η ομορφιά δεν είναι το σημαντικότερο πράγμα. Είναι το μοναδικό πράγμα»! Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκε και το χρωματικό τρίγωνο του The neon demon που αποτελεί ίσως και το πιο τολμηρό εγχείρημα του Refn σε ολόκληρη την ταινία. Παρά τα grotesque πλάνα που προκάλεσαν την αισθητική κάθε ανυποψίαστου θεατή που παρακολούθησε το The neon demon, τα τρίγωνα και οι χρωματικοί συνδυασμοί τους, συνοψίζουν όλες τις προσωπικές πινελιές του Refn στο δρόμο της Jesse προς την τελειότητα.

Η οπτική απόδοση του τριγώνου, θα μπορούσε να ερμηνευθεί με άξονα τον κλασικό συμβολισμό του ήδη από την αρχαιότητα, που εκπροσωπούσε τόσο το «τέλειο» γεωμετρικό σχήμα, όσο κυρίως την εξέλιξη για κάτι ακόμα μεγαλύτερο και σπουδαιότερο. Αθροιστικά δρώντας, το glamorous τρίγωνο του Neon Δαίμονα θα μπορούσε να μετονομαστεί ως το «Τρίγωνο της εξέλιξης προς την τελειότητα», με την Jesse να αντιπροσωπεύει την κεντρική περσόνα του τριγώνου. Η σεκάνς του φιλιού με τα δύο τρίγωνα, είναι και ο άμεσος τρόπος εκδήλωσης του πλήρους ναρκισσισμού της Jesse και της εμφανέστατης πλέον αλλαγής της.

Το υπόλοιπο τμήμα του τριγώνου, χρωματισμένο με κόκκινο χρώμα και έχοντας εμφανιστεί σε αρκετά πλάνα μόνο του, είναι ο «καθρέφτης» του Neon Δαίμονα. Από την αρχή, μάλιστα του έργου, η απορία του ποιος είναι ο Νeon Δαίμονας, δείχνει να βασανίζει το μυαλό κάθε θεατή. Είναι η επικίνδυνη μακιγιέρ, μήπως το ίδιο το modeling ή τελικά η Jesse που διεκδίκησε τον τίτλο κατά την ναρκισσιστική αυτοπροσωπολατρεία της; Μεταβαίνοντας από το μπλε «αγγελικό» χρώμα της αθωότητας στο φλογερό κόκκινο του πάθους και της έντασης, η δαιμονική μορφή της Jesse, προβάλει απροκάλυπτα στο κατώτερο τμήμα του τριγώνου του The neon demon. Το μικρό, αθώο κορίτσι χάθηκε κι όλα μαζί τα στοιχεία καλωσορίζουν μια νέα Jesse στον κόσμο του modeling, έτοιμη να ριχτεί στη μάχη.

Οι παροτρύνσεις, όμως, του χαρακτήρα της κατά τη διάρκεια της μετάλλαξής της, δεν κρύβονται στις μεμονωμένες στιγμές «θέωσης» που τής αύξησαν την αυτοπεποίθηση. Στο σημείο αυτό, μπαίνουν «σφήνα» οι δεύτεροι ανδρικοί, ανολοκλήρωτοι χαρακτήρες, που καταλαμβάνουν ένα πολύ μεγάλο μέρος της κεντρικής φιλοσοφίας του modeling.

Οι σεξουαλικές διαφορές και η επιρροή τους στην αντίληψη του «ωραίου», εμφανίζονται σε πολλά σημεία του έργου ως σπόντες, αφήνοντας στην ατμόσφαιρα την εξ’ ορισμού αντιφεμινιστική ιδεολογία του modeling. Ο χαρακτήρας, για παράδειγμα, του Dean, ενώ θέλει να είναι το «καλό παιδί» στην ιστορία των «κακών γυναικών», στην πραγματικότητα συνιστά έναν εντελώς κλασικό εποχιακό άντρα που πρόσεξε την δεδομένη γυναίκα από την εξωτερική της εμφάνιση, αλλά δεν ενοχλήθηκε από το γεγονός ότι έβγαινε ραντεβού με μια 16χρονη. Παρόμοιες αναφορές φάνηκαν και με τον χαρακτήρα του ξενοδόχου και τα γεγονότα του ξενοδοχείου που ώθησαν την Jesse να καταφύγει στη Ruby, που σαν πράξη αποτελεί από μόνη της επιβεβαίωση για την «γυναικοκρατία» στις θεωρήσεις του The neon demon.

H Ruby, με τη σειρά της, αποτελεί ένα ακόμα σημαντικό κεφάλαιο για τον Refn, εκπροσωπώντας την πιο άμεση απόδοση των grotesque κι απόλυτων σχεδίων του για την καταγγελία του modeling. Η Ruby είναι η μόνη στην ιστορία που δεν αναζητά ναρκισσισμό, φήμη ή λάμψη καθώς, ως μακιγιέρ, είναι η ίδια που τα δημιουργεί. Οι εστίασή της, όμως, στον ψυχισμό της Jesse και οι ύπουλες προσεγγίσεις της, καθιστούν την επιθυμία της πολύ πιο ουσιαστική από των δύο άλλων γυναικών. Η Ruby ήθελε αυτό το «κάτι» για το οποίο η Jesse ήταν το εξ’ ολοκλήρου «τέλειο» μοντέλο κι αυτό δεν ήταν άλλο από την εσωτερική της ομορφιά και την καλοσύνη που άφηνε με κάθε της κουβέντα, ακόμα και στις φαινομενικές ανταγωνίστριές της. Η νεκροφιλική σεκάνς, αποδεικνύει έμπρακτα ότι η βαθύτερη επιθυμία της δεν αφορούσε το «υλικό» κατασκευής αλλά να «ρουφήξει» ό,τι είχε απομείνει από τον άνθρωπο εκείνο, που μπορούσε να της προσφέρει εσωτερική πληρότητα.

Η ειρωνεία της υπόθεσης των τριών γυναικών είναι ότι παρά την επίτευξη του στόχου τους να «καταβροχθίσουν» την Jesse, οι επιθυμίες τους δεν ικανοποιήθηκαν ποτέ, τουλάχιστον όχι σε όλες. Η Gigi δεν μπόρεσε να «απορροφήσει» την ομορφιά που επιζητούσε γιατί η ίδια δεν την εκπροσώπησε ποτέ. Το ίδιο και η Ruby που φλέρταρε με τη δυστυχία και τον θάνατο των ανθρώπων. Η Sarah απ’ την άλλη, δεν χρειάστηκε να «απορροφήσει» την Jesse, αφού ο θάνατός της μαζί με την εξολόθρευση των άλλων δύο αρκούσε για να αποκτήσει αυτό που τελικά επιθυμούσε: την μοναρχία της στον χώρο. Ενδεχομένως, γιατί αυτό το τέλος είναι από την αρχή γνωστό. Στο modeling πάντα ο πιο ναρκισσιστής και σκληρός θα επιβιώσει.

Το ταξίδι προς τον ναρκισσισμό της Jesse δεν είναι, βέβαια, η βάση της προβληματικής του The neon demon. Εξάλλου, όσο προχωρά προς την αποκορύφωση των «τριγώνων» οι προειδοποιήσεις τής «κρούουν τη θύρα» (πχ το λιοντάρι στο δωμάτιο). Ο άξονας στον οποίο ο Refn έχτισε το στόρυ του είναι περισσότερο οι αντιφατικές διαστάσεις της έννοιας «ομορφιά» αλλά και τι εννοούμε όταν χρησιμοποιούμε την έννοια αυτή. Είναι άραγε η επιφάνεια του πράγματος ή μήπως ακόμα και το βάθος εξαρτάται από την ομορφιά; Δεν είναι τυχαίο ότι ολόκληρος ο κόσμος του modeling έχει βασιστεί σε κάθε επίπεδο σε αυτή την περιζήτητη «ομορφιά». Αλλά και τόσοι άνθρωποι καθημερινά θα έκαναν τα πάντα για χάρη της. Γνωρίζουμε ανθρώπους κι ερωτευόμαστε ξεκινώντας από την «ομορφιά». Συνεπώς, με δεδομένη την ρητορική αυτή οπτική του Refn, ίσως τελικά όλη αυτή η χαοτική σουρρεαλιστική ψυχολογία της Jesse να μην απέχει τόσο από τον ρεαλισμό όσο θέλει να δείξει.

Γ. ΜΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ THE NEON DEMON

Εκτός από την «θύρα» που μας εισάγει στον σουρρεαλιστικό κόσμο της Jesse, η σκηνοθετική πορεία του The neon demon ακολουθεί κατά βάση έναν δρόμο προς τον οπτικό εντυπωσιασμό συνδυασμένο με την πλούσια σινεγραφία. Καθώς το σενάριο, περιορίζει αρκετά την ανάπτυξη των τεράστιου εύρους ιδεών του, η αποτύπωση της ιδέας στην μεγάλη οθόνη διαθέτει πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα για την συνολική άποψη της ταινίας, απ’ ότι σε άλλες ταινίες συνήθως.

Οι πολλαπλές σινεφίλ αναφορές σε σκηνοθέτες σουρρεαλιστές, κλασικές ταινίες τρόμου, κ.α, κρύβονται σε ένα μεγάλο τμήμα της ταινίας και γίνονται εμφανείς από τις πρώτες κιόλας σεκάνς της. David Lynch, Dario Argento με τη Suspiria (1977) και Stanley Kubrick με τη Λάμψη (1980) είναι οι επικρατέστερες επιρροές του The neon demon στο οπτικό του επίπεδο. Η Suspiria μάλιστα φαίνεται να υπήρξε σημείο αναφοράς του Refn, καθώς αφιέρωσε ολόκληρη την σεκάνς της δολοφονίας, μέρος του χαρακτήρα της Ruby κι άλλα επιμέρους τμήματα, στον μαγικό κόσμο που δημιούργησε ο Dario Argento.

H σινεματογραφία πλαισιώνει τα ψυχαναγκαστικά καδραρισμένα και στυλιζαρισμένα πλάνα, θυμίζοντας κάθε δευτερόλεπτο έκθεση φωτογραφίας. Η μεγάλη παλέτα έντονων neon χρωμάτων με κυριαρχία των ροζ, κόκκινο κι έντονο γαλάζιο, συμβάλλει στην αλληγορική διάθεση των εικόνων αλλά και στην χειραγώγηση των ματιών του θεατή να εντυπωσιαστούν από αυτό που έχουν μόλις αντικρίσει.

Η ατμόσφαιρα διατηρείται ηλεκτρισμένη καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας και σε συνδυασμό με την ηλεκτρονική μουσική διαφορετικών ειδών που ακούγεται στο προσκήνιο των σεκάνς, ελέγχει τα συναισθήματα προς την κατεύθυνση που εκείνη θέλει. Το αποτέλεσμα είναι, ένα κοινό να βγαίνει εντυπωσιασμένο από την αίθουσα από αυτό που μόλις έχει αντικρίσει, για να αναθεωρήσει και να προσγειωθεί αργότερα στο αρκετά καλογυαλισμένο «κενό» που τάισε o Refn.

[1] Ο David Lynch και ο Stanley Kubrick, αποτελούν από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα σκηνοθετών που χρησιμοποιούσαν αυτή τη μέθοδο. Ο David Lynch, μάλιστα, την χρησιμοποίησε σε όλα σχεδόν τα σουρρεαλιστικά έργα του με τα Mulholland drive (2001), Eraserhead (1977) και Blue Velvet (1986) να είναι τα πιο εμφανή. Η έμπνευση του Refn, ενδεχομένως πηγάζει από τον David Lynch στην συγκεκριμένη ταινία, όπως διαφαίνεται κι από άλλες σεκάνς.

The Neon Demon OST:


Νικόλ Φιλιπποπούλου

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *