1960s,  CINEMA,  CULTVILLE SPECIALS,  REVIEWS

Persona του Ingmar Bergman: Ένα Σύμπαν Προσωπείων – Ανάλυση Ταινίας

Σκηνοθεσία: Ingmar Bergman

**Ανάλυση Ταινίας: Είναι ένα κείμενο που αναλύει όλες τις παραμέτρους του περιεχομένου της ταινίας. Γι’ αυτό ΠΡΟΣΟΧΗ! Περιέχει SPOILERS και διαβάζετε με δική σας ευθύνη.**

A. Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΗΝ PERSONA

Αποτελώντας σημείο αναφοράς, τόσο για την φιλμογραφία του Ingmar Bergman, όσο και για ολόκληρο το σινεμά, η Persona αποτέλεσε και αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιρροές του παγκόσμιου κινηματογράφου. Με την πιο σύγχρονη εκδοχή της να βρίσκει εφαρμογή στο έργο του σουρρεαλιστή David Lynch με το Mulholland drive (2001) –αλλά και γενικότερα στον auterισμό του συγκεκριμένου σκηνοθέτη- το φιλμ εγκαθιδρύει τον χαρακτηρισμό του, ως ένα διαχρονικό και πολλαπλών προεκτάσεων αριστούργημα. Παρά τον περιορισμένο αριθμό προσώπων που συμμετέχουν σε όλη την ταινία (μόλις δύο χαρακτήρες), το σκηνοθετικό όραμα του Bergman και η εικονοκλαστική πραγματικότητα του έργου, δημιουργούν ένα τεράστιο κινηματογραφικό σύμπαν με πολλαπλά επίπεδα και αμφιλεγόμενα σημεία.

Όλα ξεκινούν με το φως. Κάθε κόσμος και κάθε νέα ενότητα ξεκινούν με φως. Έτσι και ο σκηνοθέτης ξεκινά την ταινία του με το φως, ανοίγοντας έναν προτζέκτορα και αναπαράγοντας το ίδιο του το φιλμ. Γιατί να κρύψει άλλωστε ότι αυτό που ακολουθεί είναι μια ταινία˙ ένα δημιούργημα εντελώς αντιρρεαλιστικό που προορίζεται αποκλειστικά για θέαση. Ή μπορεί και όχι…

Αφήνοντας ορισμένες εικόνες απροσδιόριστης θεματολογίας να περάσουν, ο Bergman ξεκινά το φιλμ του με την διάσημη σκηνή με ένα παιδάκι που ακουμπά τα χέρια του στην κάμερα –η ίδια κάμερα με την οποία ο σκηνοθέτης κάνει τις συστάσεις του στην εισαγωγή του έργου. Η κάμερα δείχνει θολά πρόσωπα, τα οποία αργότερα ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για τις δύο πρωταγωνίστριες που ακολουθεί κατά τη διάρκεια του έργου. Κρατώντας την κάμερα του σταθερή στο πλάνο αυτό, ο σκηνοθέτης προσφέρει τον απαραίτητο χρόνο για να ερμηνευθούν κατάλληλα οι κινήσεις του αγοριού. Δεν είναι απόλυτα κατανοητό εκείνη τη στιγμή τι είναι αυτό που κάνει, όμως οι τρυφερές και ταυτόχρονα επίμονες κινήσεις των χεριών του παραπέμπουν σε μια χειρονομία σεβασμού κι ευλάβειας, όπως ένας πιστός όταν προσκυνά το είδωλο της θεότητάς του. Τα χέρια προσεγγίζουν τα μάτια, ανοίγοντας ουσιαστικά την ψυχή των εικονιζόμενων.

Στην αμέσως επόμενη σεκάνς, ο χωροχρόνος μεταβάλλεται ξανά μεταφέροντας τώρα την κάμερα σε ένα ψυχιατρείο, τον χώρο εργασίας της νοσοκόμας Alma στην οποία ανατίθεται η αποστολή να φροντίσει την ηθοποιό Elizabet Vogler, η οποία στη μέση μιας παράστασης έχασε ξαφνικά τη φωνή της. Κι όλα ξεκινούν εδώ! Η μυθοπλασία του Μπέργκμαν αρχίσει να σταθεροποιείται και ο θεατής να εισέρχεται στην κύρια θεματολογία.

Από την αρχή της ιστορίας ο θεατής εισάγεται υπαινικτικά στην υπερβολικά οικεία σχέση των δύο γυναικών, θεωρώντας πολλές φορές ότι «δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί». Η σιωπή της Elizabet, ενσαρκώνει την αφορμή που έψαχνε ο σκηνοθέτης για να ξεκινήσει την ψυχογράφηση της μιας ηρωίδας του, χρησιμοποιώντας την άλλη ως ακροάτρια.

Παρότι, το μεγαλύτερο μέρος του έργου του χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία εικόνων και πλάνων που εστιάζουν στους μορφασμούς των ηθοποιών του για να μεταδώσουν την συναισθηματική τους κατάσταση, οι σεκάνς που χρησιμοποιεί τους μονολόγους της Alma γίνονται πιο εικονικές από ποτέ. Με τον φακό του να σταματά να εναλλάσσεται και να εστιάζει αποκλειστικά στην Alma, οι υπερβολικά αναλυτικές περιγραφές της, καθώς εξωτερικεύει τις σκέψεις της στην Elizabet, λειτουργούν σαν ένα «βιβλίο» για το κοινό, που φαντασιώνεται και την παραμικρή λεπτομέρεια των μονολόγων της πρωταγωνίστριας.

Γενικά, ο χαρακτήρας της Alma, αποτελεί και τον πιο πολυσύνθετο χαρακτήρα του έργου, αφού όλες οι κουβέντες που ο Μπέργκμαν επιθυμεί να μεταδώσει άμεσα στο κοινό του προέρχονται από το στόμα της. Ο ρόλος της Elizabet, βουβός αλλά απόλυτα εκφραστικός, συνιστά το μυστήριο της ταινίας που φαινομενικά δεν λύνεται ποτέ. Στην πράξη, όμως, ο Μπέργκμαν δείχνει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την αποκρυπτογράφηση και των δύο γυναικών, χωρίς παράλληλα να γίνεται προφανής και προβλέψιμος.

Ο σκηνοθέτης, όπως άλλωστε αποκαλύπτει και με τον τίτλο του, προτιμά να αποδώσει στους χαρακτήρες του την υπόσταση προσωπείων και όχι προσώπων. Αυτό αποτελεί και μια αρχή κατασκευής του κόσμου της Persona, αποδίδοντάς της μια εξ’ ολοκλήρου ψυχολογική και σουρρεαλιστική διάθεση. Βλέπουμε δύο ανθρώπους ή έναν; Είναι οι ιστορίες δύο γυναικών με κοινά σημεία αναφοράς ή μιας γυναίκας που αναζητά σημεία αναφοράς;

Τα ερωτήματα αυτά θα στοιχειώνουν για πάντα το κοινό του φιλμ, που ο σκηνοθέτης φρόντισε να ενημερώσει «τόσο… όσο». Λεπτομέρειες, ωστόσο, όπως οι ενδυμασίες των δύο γυναικών, που σχεδόν σε όλες τις σεκάνς είναι πανομοιότυπες, ή η επιλογή των δύο ηθοποιών (Liv Ullman ως Elizabeth Vogler και Bibi Andersson ως Alma) που ο Μπέγκμαν διάλεξε επίτηδες με την λογική να μοιάζουν τόσο πολύ[1], είναι εκεί για να αποδείξουν ότι στην Persona τα πάντα βρίσκονται μέσα στην ταινία και… περιμένουν.

 

Β. ALMA KAI ELIZABET: ΔΥΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΣΚΟΠΟ

Η αντιφατικότητα των Alma και Elizabet, παρότι δεν είναι η κύρια επέκταση του σεναρίου του Persona, αποτελεί τη βάση για την κατανόηση της ψυχολογίας των δύο (;) ηρωίδων. Η θνητή, καταπιεσμένη Alma, που χαρακτηρίζεται από μια σειρά λάθος επιλογών, βρίσκει την εμπιστοσύνη και τον θαυμασμό στο πρόσωπο της Elizabet, μιας καταξιωμένης ηθοποιού με ζωή ιδανική και φανταστική, όπως τουλάχιστον φαντάζεται η Alma.

Η αναζήτηση προτύπων σε όλα τα στάδια της ζωή μας, καταλαμβάνει το μεγαλύτερο ίσως τμήμα της κοσμοθεωρίας της Persona. Ο Μπέργκμαν παρουσιάζει τον σουρρεαλιστικό κόσμο του ως έναν κόσμο αναζήτησης «ειδώλων» που ξεκινούν από την παιδική ηλικία, με ρεαλιστικής μορφής «είδωλα», όπως αυτό της μητέρας, και συνεχίζουν και στην υπόλοιπη ζωή αλλά με πολύ πιο προσωπική, εσωτερική μορφή.

Η Alma, έχοντας υποστεί τόσα χρόνια μια ζωή που δεν επιθυμούσε να είναι έτσι, αναζητά το «είδωλό» της στην καταξιωμένη κι «άλλου επιπέδου» ζωής ηθοποιού, πράγμα που την ωθεί σε επιπόλαιες πράξεις, όπως το να την εμπιστευτεί εύκολα εξωτερικεύοντας τις εμπειρίες της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η σκηνή εξομολόγησης του σεξ στην παραλία της ίδιας και μιας φίλης της με δύο άγνωστα αγόρια, στιγμή πολύ προσωπική για τη ζωή της νεαρής νοσοκόμας και η μοναδική στιγμή, της μέχρι τότε ζωής της, που φάνηκε πιο απελευθερωμένη από ποτέ.

H Elizabet, απ’ την άλλη, ζώντας μια ζωή στην υποκρισία, το ψέμα και την ηθοποιία, χάνει τη φωνή της ως μια προσπάθεια να πείσει τον εαυτό της να σταματήσει να λέει άλλα ψέματα. Η επιτυχημένη ηθοποιός, γοητεύεται από τη στοργή και αμεσότητα της Alma, αλλά έχοντας μάθει να ζει μια ζωή ωσάν θεατρική παράσταση που κάθε στιγμή είναι και διαφορετικός ρόλος, φορά με μεγάλη άνεση το νέο προσωπείο της και προδίδει την Alma, δίχως τύψεις.

Η σχέση των δύο γυναικών φτάνει πλέον σε κομβικό σημείο με την Alma να ξεσπά όταν μαθαίνει για την προδοσία της Elizabet και την τελευταία να μην αντιδρά στις κατηγορίες τις οποίες δέχεται. Ίσως επειδή γνωρίζει, κατά βάθος, πολύ καλά τον εαυτό της, αυτόν που προσπαθεί να αποφύγει κλείνοντας απλά το στόμα της. Στο σημείο αυτό, ο Μπέργκμαν κάνει διάλειμμα στην ίδια του την ταινία, υπενθυμίζοντας στον θεατή ότι εξακολουθεί να βλέπει έναν επίπλαστο κόσμο σε μια μεγάλη οθόνη. Φυσικά, επιστρέφει άμεσα στο σημείο που είχε μείνει η ιστορία χωρίς να αφαιρέσει ίχνος από την ένταση συναισθημάτων που είχε δημιουργήσει πριν το διάλειμμά του.

Στα όνειρά της, η Alma βλέπει τον εαυτό της να γίνεται ένα με την Elizabet. Ο Μπέργκμαν ενισχύει την αλληλεπίδρασή τους αυτή, παρουσιάζοντας και τις δύο ηρωίδες σχεδόν σε όλες τις σεκάνς με ίδιο ρουχισμό. Ο φωτογράφος του, Sven Nykvist, προσομοιάζει παρόμοιους φωτισμούς στα πρόσωπα των δύο ηρωίδων εκτός του ονειρικού κόσμου, ενώ στα όνειρα της Alma σκοτεινιάζει το πρόσωπό της, αφήνοντας όλο το φως να πέσει πάνω στο πρόσωπο της Elizabet (Liv Ullman). Με τις ζωές των δύο ηρωίδων να περιπλέκονται επικίνδυνα πλέον και το όνειρο να μετατρέπεται σε ζωντανό εφιάλτη, η αληθοφάνεια της Elizabet, αρχίζει να αμφισβητείται, ξετυλίγοντας έτσι τον κόσμο προσωπείων που έχει κατασκευάσει μέχρι στιγμή ο σκηνοθέτης.

Θα μπορούσε η Elizabet να είναι μια δεύτερη Alma, αυτή που την ώθησε να εγκαταλείψει το παιδί της και να περάσει χρόνο μόνη της στο εξοχικό της; Ή με άλλα λόγια η persona της Alma; Ή μήπως οι ρόλοι είναι ανάποδα; Ο Μπέργκμαν έχει φροντίσει με τον δικό του τρόπο να μην απαντά το ερώτημα αυτό, μεριμνώντας προσεκτικά ακόμα και για τα επαγγέλματα των ηρωίδων του. Elizabet, η ηθοποιός που ταυτίζεται ολοκληρωμένα με την υποκριτική ζωή της Alma, ενώ η πραγματική Alma, είναι η νοσοκόμα που φροντίζει όλους τους πικραμένους ανθρώπους, αδιαφορώντας για την δική της ζωή[2].

Θα μπορούσε, βέβαια, η ιστορία να είναι όντως για δύο διαφορετικές γυναίκες που η μοίρα τις περιέπλεξε με τέτοιο τρόπο, ώστε να καταλήξει να αμφισβητείται η υπόστασή τους σαν πρόσωπα, συνιστώντας δύο διαφορετικές περσόνες. Με άλλα λόγια, η μία περσόνα της άλλης. Οι Σαιξπηρικές επιρροές του Μπέργκμαν, δηλώνουν σαφέστατα το παρόν τους αποδίδοντας στο ψυχογράφημα μια υπαρξιακή χροιά και κορυφώνοντας την ψυχολογική διερεύνηση του σκηνοθέτη στα άδυτα του ανθρώπινου μυαλού. Ο κόσμος του Persona είναι κόσμος προσωπείων, όχι προσώπων. Άρα η αναζήτηση των προσώπων, ίσως είναι τελικά περιττή. Η αυτοαναφορικότητά του σκηνοθέτη τόσο στην ταινία του όσο και το σινεμά γενικά, ως ένα άλλο μέσο αναζήτησης ειδώλων, αφήνει επίσης την πινελιά του στον περίπλοκο κόσμο της Persona. Ούτως ή άλλως αυτή η εικονικότητα του σινεμά, ακολουθεί την ίδια λογική των αληθινών προσωπείων.

Ο ανεξερεύνητος κόσμος του Persona, είναι ένα από τα σημαντικότερα δημιουργήματα που αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ολόκληρο το κινηματογραφικό στερέωμα και το σουρρεάλ κίνημα. Ωστόσο, το άλυτο μυστήριο της σύνδεσης των Alma και Elizabet, κρατά τον θεατή έναν αιώνιο σκλάβο του Μπεργκμανικού αυτού σύμπαντος.

[1] Όταν ο Μπέργκμαν σκηνοθέτησε την Bibi Andersson για τη σκηνή που τα πρόσωπα των δύο γυναικών ενώνονται σε ένα, δεν την είχε ενημερώσει για τις προθέσεις του, με αποτέλεσμα όταν εκείνη είδε την ταινία ολοκληρωμένη, να σοκαριστεί και μόνο στην ιδέα του μεγάλου δημιουργού.

[2] Σε μια από τις σκηνές εξομολόγησης, η Alma παραδέχεται στην Elizabet ότι πάντα την θεωρούσαν καλή ακροάτρια στα προβλήματα των άλλων.

Persona Opening scene: 


Νικόλ Φιλιπποπούλου

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *