2010s,  CINEMA,  REVIEWS

Στη Ρόδα των Θαυμάτων του Woody Allen / Wonder Wheel (2017) – Kριτική Tαινίας

Σκηνοθεσία: Woody Allen

Σενάριο: Woody Allen

Πρωταγωνιστούν: Kate Winslet, Juno Temple, Jim Belushi, Justin Timbelake

Μια γυναίκα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, μια νεότερη εκδοχή του εαυτού της, το παρελθόν και δύο άντρες ανάμεσα της, με έρωτες, αντιζηλίες και απιστίες. Λίγος γκανγκστερισμός  και μπόλικο τεκνικόλορ και φόντο το Coney Island της δεκαετίας του 1950 σε μια ξέφρενη δραμεντί υπό τη σκηνοθετική επίβλεψη του Γούντι Άλεν στη παράδοση του Ευγένιου Ο’ Νήλ και του Τενεσί Γούιλιαμς, με ώριμο και παθιασμένο αποτέλεσμα, που καταφέρνει να ξεχωρίσει με διαφορά από τις πρόσφατες δουλειές του σκηνοθέτη.

Τη δεκαετία του 1950 στο Coney Island του Brooklyn, της Νέας Υόρκης, η «απαράμιλλη» Κέιτ Γούινσλετ υποδύεται τη Τζίνι Ράνελ, μια 39χρονή σερβιτόρα ψαροταβέρνας η οποία ζει με το πυρομανή γιό και το πρώην αλκοολικό δεύτερο σύζυγο της (Jim Belushi) ιδιοκτήτη ενός καρουζέλ, ακριβώς δίπλα από το τοπικό λούνα πάρκ. Η ζωή της έρχεται σε πλήρη σύγχυση όταν γνωρίζει τον Mickey (Justin Timberlake)  ένα νεαρό φοιτητή που δουλεύει ως ναυαγοσώστης στη παραλία του Coney Island και δείχνει εντυπωσιασμένος από την γνωριμία τους. Το καρέ έρχεται να συμπληρώσει η Καρολίνα (Juno Temple), κόρη του δεύτερου συζύγου της Τζίνι η οποία προσπαθώντας να ξεφύγει από το γκάνγκστερ πρώην άντρα της, καταφεύγει στο πατέρα της προκειμένου να ξαναχτίσει τη ζωή την οποία παράτησε.

Προσπαθώντας να επαναλάβει την επιτυχημένη συνταγή της Blue Jasmine με παρόμοιο ρυθμό ο Γούντι Άλεν δείχνει να ξαναβρίσκει τον εαυτό τον οποίο είχε λησμονήσει τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας την καλύτερη μακράν ταινία του από τα Μεσάνυχτα στο Παρίσι και τη Θλιμμένη Τζάσμιν, μέχρι και σήμερα. Με αρκετή δόση μελοδράματος, απολαυστικού και ποιοτικού χιούμορ, ο Άλεν σκηνοθετεί το πρωταγωνιστικό του κουαρτέτο με μπρίο και ζωντάνια και μια απλόχερα παρωχημένη νοσταλγία στα 50s και την εποχή που σημάδεψε τα παιδικά του χρόνια.

Με έντονη σκηνοθετική παλέτα, στη δεύτερη συνεχόμενη συνεργασία του με τον Ιταλό μέτρ κινηματογράφησης Βιτόριο Στοράρο, ένα χρόνο μετά το «άνευρο» Café Society η σκηνοθεσία του Άλεν σφύζει από χρώματα, μυρωδιές και θεατρικότητα σε μια δημιουργία που θυμίζει την αυθεντικότητα των παλαιότερων δημιουργιών του με τη συνοδεία ενός φρέσκου αέρα ο οποίος οφείλεται κυρίως στη παραγωγή και την ερμηνεία της πρωταγωνίστριας του. Επηρεασμένος από τα θεατρικά έργα του Ευγένιου Ο’ Νήλ ο οποίος και αναφέρεται στη διάρκεια της ταινίας αλλά και με μια έμφυτη προσέγγιση στον Τενεσί Γουίλιαμς του οποίου έμπνευση θα μπορούσε να αποτελεί η τραγική φιγούρα της σερβιτόρας και πρώην επίδοξης θεατρίνας Τζίνι, Ο Άλεν παρουσιάζει τέσσερις ανθρώπους βγαλμένους από τη καθημερινότητα του τότε, οι οποίοι φιλοδοξούν, ονειρεύονται και προσπαθούν να επιβιώσουν.

Η αφήγηση στροβιλίζεται με θεατρικούς τόνους γύρω από το μικρό διαμέρισμα της Τζίνι και του συζύγου της, με φόντο «τη Ρόδα των Θαυμάτων» του λούνα πάρκ στην οποία και τοποθετείται συναισθηματικά ο σκηνοθέτης. Με μερικά μονόπλανα υστερίας και έκρηξης συναισθημάτων στη φλέβα της Θλιμμένης Τζάσμιν η κάμερα εναλλάσσεται από πολύχρωμες σε μουντές στιγμές ανάλογα με τις διαθέσεις των ηρώων. Από τη μια η παρορμητική και ονειροπόλα Τζίνι της Κέιτ Γούινσλετ και η περιστασιακή σχέση την οποία έχει συνάψει με τον καλλιεργημένο, επίδοξο θεατρικό συγγραφέα Mickey ο οποίος δείχνει να απολαμβάνει τη σχέση του με μια μεγαλύτερη γυναίκα η οποία τον εξιτάρει, ενώ παράλληλα φλερτάρει με τη θετή της κόρη η οποία έχει εισβάλει στη ζωή τους για να ταράξει τις ισορροπίες.

Με άφθονο ταπεραμέντο, τραγικότητα και ερωτισμό η Κέιτ Γούινσλετ βάφεται για πρώτη φορά κοκκινομάλλα στη μεγάλη οθόνη και ερμηνεύει τη Τζίνι σε μια εναλλακτική και λίγο πιο προσγειωμένη εκδοχή της Κέιτ Μπλάνσετ ως Τζάσμιν. Βλέποντας την ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή στο πρόσωπο του Mickey και την επιθυμία της για μια καριέρα στην υποκριτική η οποία ποτέ δε της δόθηκε η ευκαιρία να κυνηγήσει, ερμηνεύει απλόχερα μια σύζυγο, μητέρα και μοιχαλίδα η οποία σταδιακά χάνει τον έλεγχο και υποκύπτει στα πάθη τα οποία είχε σφραγίσει. Με εναλλασσόμενες διαθέσεις να φωτίζονται από τα ζεστά χρώματα του λούνα παρκ και έπειτα να ξεθωριάζουν στις ψυχρές αποχρώσεις της πραγματικότητας, τα κόκκινα, πορτοκαλί και κίτρινα της Γουίνσλετ έρχονται σε αντίθεση με τα ζεστά γαλάζια χρώματα της υποτιμημένης Τζούνο Τέμπλ, η οποία ερμηνεύει με δροσιά και αθωότητα τη θετή κόρη με την οποία κορυφώνονται οι ζήλιες και το χάσμα των γενεών, καθώς εκτός από την απειλή στην εξωσυζυγική της σχέση, η Τζίνι βλέπει στο πρόσωπο της το παλιό φιλόδοξο εαυτό της.

Ο Τζίμ Μπελούσι έρχεται να δώσει τη δεύτερη πιο στιβαρή ερμηνεία της ταινίας ως ένας πρώην αλκοολικός σύζυγος σε επανένταξη, κλασική πατριαρχική φιγούρα  της εποχής, ο  οποίος μοιράζεται τη τραγική ειρωνεία της γυναίκας του Τζίνι, αγωνιώντας για το μέλλον της κόρης του. Ο Justin Timberlake «σπάζοντας το τέταρτο τοίχος» ουκ ολίγες φορές κατά τη διάρκεια της αφήγησης του, φαντάζει απλοϊκός διαθέτοντας εξωτερική γοητεία, χωρίς να μπορεί να αποδώσει βέβαια την ευρηματικότητα που απαιτεί ο χαρακτήρας του. Ευχάριστη είναι η παρουσία του μικρού Jack Gore στο ρόλο του παραμελημένου και προβληματικού νεαρού γιού της Τζίνι ο οποίος δείχνει να διαθέτει μια έμφυτη αγάπη στο κινηματογράφο και στη πυρομανία.

Με άφθονα χρώματα, αρκετές επιγραφές Coca Cola και pin up αισθητική οι Γουντιαλενικοί χαρακτήρες δανείζονται λίγο Αλμοδοβαρικό μελόδραμα και τοποθετούνται σε ένα τρενάκι ή καλύτερα «ρόδα συναισθημάτων» προσπαθώντας να ανταπεξέλθουν στις συγκρούσεις, τους έρωτες, τις φιλοδοξίες, τις ζήλειες και τα γκρεμισμένα τους όνειρα. Με το θεατρικό show  να δίνει απλόχερα τη σκυτάλη από το Τζίμ Μπελούσι στη Κέιτ Γούινσλετ και αντίστροφα προς το φινάλε το σενάριο αποδυναμώνεται από την έλλειψη κορύφωσης, την αίσθηση του ανολοκλήρωτου και την παρουσία ενός κενού επίλογου. Η βλέψη του σκηνοθέτη είναι όμως ξεκάθαρη μιας και επιθυμεί να αποπροσανατολίσει τους χαρακτήρες του και έπειτα να τους προσγειώσει στη μίζερη και συμβατική τους πραγματικότητα, μαζί του και το θεατή, μετά από ένα έντονο και πολύχρωμο γύρο από ένα κυριολεκτικά κινηματογραφικό λούνα πάρκ.


Χρήστος Ψυχογυιός

Χρήστος Ψυχογυιός

90s-kid-Vol. II, σπουδαστής δημοσιογραφίας, ΧαριΠοτερόφιλος, γατόφιλος, μανιακός σινεφίλ και πωρωμένος με την Emma Watson. Του αρέσει να βλέπει ταινίες μέχρι τελικής πτώσεως, να συζητάει για αυτές μέχρι να τις βαρεθεί και να διαβάζει J.K.Rowling πιστεύοντας πως «το Hogwarts είναι το πραγματικό του σπίτι». Δηλώνει μεγάλος φαν του βρετανικού σινεμά και των ταινιών εποχής. Εάν δεν βρίσκεται πίσω από μια οθόνη σκρολάροντας για κινηματογραφικά νέα, θα καταναλώνει αναρίθμητες κούπες καπουτσίνο και τσαγιού χαζεύοντας την βροχή ή θα ανατρέχει στις πλησιέστερες αίθουσες για επαναπροβολές ταινιών. Η μόνη έξοδος διαφυγής από το σινεμά για εκείνον είναι η λογοτεχνία, η μουσική και το θέατρο, ενώ η βιογραφία του θα ήθελε να σκηνοθετηθεί από τον Tim Burton, τον Darren Aronofsky ή τον Mike Leigh.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *