2010s,  CINEMA,  CULTVILLE SPECIALS,  REVIEWS

ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΥΜΦΟΜΑΝΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΕΞΟΜΑΝΗ JOE, ΑΠΟ ΤΟΝ LARS VON TRIER / Nymphomaniac Vol. 1 & 2 – Ανάλυση Ταινιών

Σκηνοθεσία: Lars Von Trier

**Ανάλυση Ταινίας: Είναι ένα κείμενο που αναλύει όλες τις παραμέτρους του περιεχομένου της ταινίας. Γι’ αυτό ΠΡΟΣΟΧΗ! Περιέχει SPOILERS και διαβάζετε με δική σας ευθύνη.**

 

Im a nymphomaniac, not a sex addict[1] δήλωσε η Joe, στο Nymphomaniac Vol. 2 του Λαρς Φον Τρίερ, μια ρήση που σε πρώτο επίπεδο δείχνει να μην ισχύει, αλλά καταλήγει, σε δεύτερο επίπεδο, όχι μόνο να τηρείται αλλά και να γίνεται καθολικά αποδεκτή. «Το σεξ είναι το μέσο», γράφηκε από κοινό και κριτικούς για την διμερή, προβοκατόρικη ταινία του Τρίερ, μια φράση που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αλλά παράλληλα δεν σημαίνει κι απολύτως τίποτα, καθώς το εύρος της φιλοσοφίας του Nymphomaniac επεκτείνεται πολύ πιο μακριά από το σεξουαλικό ένστικτο ως ένα απλό «μέσο» έκφρασης. Με άλλα λόγια, το Nymphomaniac δεν είναι μια τυπική weird αλληγορία, όσο μια ειλικρινής, εντελώς προσωπική δουλειά που ξεκινά από το σεξ, το εξελίσσει θεματικά αλλά και το περιβάλλει.

Οι προεκτάσεις του Τρίερ, με άξονα μια χαρακτήρα που εκ πρώτης όψεως φαντάζει μεγάλο υπαίτιο της κοινωνικής παθογένειας και αντι-φεμινιστικής ιδεολογίας, καταλήγουν να αντιστρέφουν τους ρόλους τους, δημιουργώντας μια κοινωνική και προσωπική κατακραυγή απελπισίας απέναντι στις δήθεν ηθικές αρχές μιας εγκληματικής κοινωνίας «καθωσπρεπισμού». Η Joe δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτελεί πρότυπο προς μίμηση για την ψυχολογική της ευημερία και σταθερότητα, όσο για την εκπροσώπηση ενός ξεκάθαρου ανθρώπινου πορτρέτου: κανένας άνθρωπος δεν είναι αναμάρτητος, όμως, το ζήτημα δεν κρύβεται στην προσπάθεια αποφυγής των αμαρτιών αυτών, αλλά στην προσωπική αποδοχή τους.

Στο Nymphomaniac Vol. 1 η Joe ξεκινά την ιστορία της κατηγορώντας εκ των προτέρων τον εαυτό της για τα σφάλματά της και προδιαθέτοντας τον συνομιλητή της ότι οι αφηγήσεις που ακολουθούν, αντικατοπτρίζουν την μεγαλύτερη αμαρτωλή ιστορία που έχει ακούσει ποτέ και που, σύμφωνα με αυτή, έχει καταλήξει ως ένα περιθωριοποιημένο μέλος. Ο ίδιος αντικρούει τα επιχειρήματά της φέρνοντας παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, την λογοτεχνία και τις επιστήμες, αποδεικνύοντας ότι σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής υπάρχουν μοτίβα που εκ φύσεως συμπεριλαμβάνουν αδυναμίες και σφάλματα. Φυσικά, ο αντίλογός του εξοργίζει την πρωταγωνίστρια, ευνοώντας, εκ του αντιθέτου, την εξέλιξη της υπόθεσης, μιας και η Joe τον εμπιστεύεται κι εξωτερικεύει πιο εύκολα τις εμπειρίες και σκέψεις της. Οι παρομοιώσεις των ιστοριών του, με τον χαρακτήρα της Joe είναι αισθητές, κυρίως μετά το τέλος και των δύο τμημάτων του φιλμ, που η πρωταγωνίστρια έχει σκιαγραφηθεί πλήρως, τόσο υπό αφηγηματικής σκοπιάς, όσο και υπό συναισθηματικής.

Στην αρχή του Nymphomaniac Vol. 2, ο Τρίερ κάνει μια παύση στην εξιστόρηση των γεγονότων που οδήγησαν την Joe στην παρούσα θέση, μεταφέροντας τη βαρύτητα στον συνομιλητή της Seligman (Stellan Skarsgård) και προσφέροντας ορισμένες πληροφορίες γι’ αυτόν, άχρηστες μεν καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, χρήσιμες δε για την τελευταία σεκάνς του. Παρότι η σκιαγράφηση του χαρακτήρα δεν εναρμονίζεται πλήρως με την κατάληξη του, αποδεικνύοντας γι ακόμη μια φορά ότι ο Τρίερ κορυφώνει σε κάθε ταινία το μίσος του για το ανθρώπινο είδος, ο Seligman προσωποποιεί το είδος του ανθρώπου που ζητούσε η Joe και που μπορούσε να την συναισθανθεί σαν άνθρωπο.

Στο τέλος, η αποδόμηση του ήρωα, όσο βεβιασμένη κι αν είναι, αποτελεί αποδόμηση, ουσιαστικά, μιας θεοκρατικής νοοτροπίας που στοιχειώνει και τους δύο ήρωες, σε πολλές φάσεις της ζωής τους, κι αιτιολογεί σε μεγάλο βαθμό τις πράξεις τους. Ο Seligman, μεγάλος ηλικιακά, χωρίς καμία απολύτως σεξουαλική εμπειρία στη ζωή του, καταπιέζει τα σαρκικά του ένστικτα, υπό το πρίσμα της θρησκευτικής οικογένειας στην οποία μεγάλωσε. Παρότι ο ίδιος επανειλημμένα το αρνείται, η σημασία για την ζωή του φαίνεται από την εξέλιξή της, τον τρόπο που εκφράζεις τις άπειρες γνώσεις του για θρησκευτικά θέματα, ακόμα κι από το ντεκόρ του σπιτιού του, με την εικόνα της Παναγίας και του Υιού της να καταλαμβάνει κεντρική θέση στον τοίχο στο υπνοδωμάτιό του. Η Joe, από την άλλη, νιώθει την ανάγκη ενός θεού – «βοηθού» στις δυσκολίες της, όμως καταλήγει να καταρρίπτει κάθετα την φιλοσοφία της θρησκείας, θεωρώντας την έναν επιφανειακά ηθικοπλαστικό και πολιτικά στοχευμένο θεσμό, που διαμορφώνει κοινωνίες με άξονα τα «πρέπει» της κι όχι την ανθρώπινη ψυχή. Η στάση αυτή, απομακρύνει τους αληθινούς πιστούς από κοντά της, προσφέροντας «ασυλία» σε αυτούς που αποκαλούν τον εαυτό τους «θεοσεβούμενους», αλλά δεν σέβονται ούτε τον Θεό τους, ούτε τους συνανθρώπους τους, ούτε καν τον ίδιο τους τον εαυτό.

Μεταβαίνοντας σε δεύτερο επίπεδο, ο Τρίερ προσφέρει στον θεατή του μια πιο εις βάθος οπτική απέναντι στις αδυναμίες των ανθρώπων, χρησιμοποιώντας ως άξονα τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις και ως μέσο την έμπειρη πλέον Joe και την διορατικότητά της σαν όπλο. Άνθρωποι, με δεδομένη κοινωνική θέση, ξεμπροστιάζονταν αλύπητα μπροστά στα βασανιστήρια λαγνείας που τους υποβάλλονταν κι εξισώνοντας κάποιες φορές τη θέση τους με εκείνη που ζούσε ακόμη η Joe. Είναι λογικό εξάλλου! Κι εκείνοι άνθρωποι ήταν, ο καθένας με τις δικές του αδυναμίες, τις οποίες αρνούνταν να αποδεχθούν, αλλά η ίδια η Joe σεβόταν και κατηγορούσε τον εαυτό της που τις εκμεταλλευόταν.

Οι αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης απέναντι στα ένστικτά της και η πηγή της θρησκευτικής πραγματικότητας αποτελούσαν συχνά για τον Τρίερ πηγή έμπνευσης του έργου του. Μαζί τους, συμβάδιζε και η σύγχρονη κακία των ανθρώπων, η οποία έχει καταλήξει να δομεί πλέον κοινωνίες, αντί να συνιστά τη μειονότητά τους. Το Nymphomaniac, ενώνει στο πρόσωπό του όλες εκείνες τις θεωρήσεις που πρόβαλε ο Τρίερ στα προηγούμενα έργα του, προβαίνοντας σε σαφέστατες αυτοαναφορές σχεδόν παντού. Από το Breaking the waves (1996), το Dancer in the dark (2000), το Dogville (2003) και κυρίως τα Antichrist (2009) και Melancholia (2011)[2] έως σήμερα, τα δύο Nymphomaniac αποτελούν φόρο τιμής των έργων αυτών, συναθροίζοντας όλα τα κακά τους απέναντι στην αδύναμη Joe. Η τελική της επανάσταση με την αποδοχή της φύσης της είναι και η νίκη απέναντι στα κακά όλου του κόσμου, μια νίκη που θα την οδηγήσει στην εσωτερική της επανάσταση και την κατάληψή της από ένα πνεύμα ˙ αυτό του φεμινισμού. Το πνεύμα αυτό θα της προσδώσει το κουράγιο που χρειαζόταν για να σηκώσει το όπλο και να θυσιάσει μια ανθρώπινη ζωή, απαρνούμενη να δεχθεί την συνέχεια της μοίρας της όπως διαγραφόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Ούτως ή άλλως, η δομή του Nymphomaniac προετοιμάζει το έδαφος για μια εσωτερική επανάσταση, ασχέτως κι αν στο τέλος επέρχεται με μη ταιριαστό τρόπο. Με το Nymphomaniac Vol. 1 να αποτελεί ένα ταξίδι εμπειριών και δοκιμασιών και το Nymphomaniac Vol. 2 μια εφαρμογή αυτών στην μοναχική ζωή της Joe, όλο το έργο εξελίσσει τη δραματουργία του πάνω στη φιλοσοφία της εξωτερικής επανάστασης ως επακόλουθο της εσωτερικής απελευθέρωσης. Φυσικά, αυτό διαδέχεται πολλά επιμέρους στάδια, όπως το να γευτεί η Joe πολλές διαφορετικές μορφές σεξουαλικής επιβολής, οι οποίες θα της αποδείξουν στη συνέχεια ότι αντιπροσωπεύουν, ταυτόχρονα, μέσα κοινωνικής επιβολής.

Το μυστικό, ωστόσο, της δυστυχίας της Joe δεν φαίνεται τόσο από τις σεξουαλικές της δοκιμές, οι οποίες έμμεσα αποδεικνύουν το βαθύτερο πλήγμα που έχει δεχθεί στο παρελθόν. Η αληθινή αιτία φάνηκε από την αρχή κιόλας του πρώτου μέρους του Nymphomaniac, όταν ο Τριέρ κάνει συστάσεις στην προκλητική του γλώσσα μιλώντας παράλληλα για αγάπη. Αγάπη, λοιπόν, ήταν το συστατικό που έλειψε στη Joe κι αυτό που η ίδια προσπαθούσε να απορρίψει, πιστεύοντας ότι εκείνο την έκανε πιο ευάλωτη απέναντι στους άλλους. Η ψυχρότητά της εκφράζεται άμεσα σε πολλές φάσεις του έργου, με τη μοναδική σκηνή που διαφοροποιείται να είναι εκείνη του θανάτου του πατέρα της, που για πρώτη φορά η ήδη γνωστή σε εμάς παγωμένη κι απόμακρη Joe, σπάει σε λυγμούς χάνοντας τον μόνο άνθρωπο που έτρεφε θέρμη τη ζωή της.

To οξύμωρο με αυτή τη σεκάνς είναι ότι η ίδια εξηγεί πως δεν ένιωσε απολύτως τίποτα με τον θάνατο του πατέρα της, παρά μόνο οδηγήθηκε σε σεξουαλική διέγερση. Ο Τρίερ, όσο κι αν επιθυμούσε να προσαρμόσει τον χαρακτήρα της νυμφομανούς πρωταγωνίστριάς του στην αθωότητα της ανθρώπινης ατέλειας, φρόντισε να χρησιμοποιήσει σε αρκετά πιστό βαθμό την ψυχογράφηση μιας αληθινής γυναίκας νυμφομανούς, που το συναισθηματική κενό και η προσωπική επιθυμία για κατάρριψη του συναισθήματος μεταφράζονται πάντα στη γλώσσα του σεξ. Ακόμα και στην περίπτωση της σεξουαλικής συνεύρεσης με τον Jerôme (Shia LaBeouf) που θεωρούσε, εσφαλμένα, ότι αυτό που είχαν ήταν αγάπη, επέφερε ως αποτέλεσμα να μην αισθανθεί απολύτως τίποτα (I dont feel anything[3]). H απόδειξη ότι η σχέση τους δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια μανιώδη προσκόλληση, φάνηκε πολύ αργότερα όταν ο Τρίερ αναλύει τον χαρακτήρα του συγκεκριμένου ανθρώπου, προβάλλοντας άμεσα τη σκληρότητά του και ότι το συναίσθημα που είχαν ήταν κάθε άλλο παρά αγάπη.

Είναι λογικό, συνεπώς, να μην της προσφέρει απολύτως τίποτα παραπάνω από οποιονδήποτε από τους άλλους άντρες και, μεταξύ άλλων, και την απόλαυση, μιας και η τελευταία, δεν ήταν αυτό που η Joe αναζητούσε από το σεξουαλικό της χόμπι. Οι πράξεις της πιο πολύ επιβεβαίωση ζητούσαν, σε συνδυασμό με έναν άψυχο έλεγχο που θα την κρατούσε σε απόσταση από οποιονδήποτε συναισθηματισμό, παρά σωματική απόλαυση. Η προσκόλληση, δηλαδή, στον Jerôme ήταν απλούστατα η επιβεβαίωση που προσέφερε ο Τρίερ στο κοινό του ότι η ηρωίδα του, εκτός των άλλων, ήταν τόσο άπειρη σε αγάπη – κάτι το οποίο αιτιολογείται από την απούσα μητέρα της στην νεαρή ηλικία – που δεν μπορούσε καλά-καλά να κατανοήσει τον ίδιο της τον εαυτό ή να αναγνωρίσει το συναίσθημα αυτό.

Κοινωνικά κατακριτέο και προσωπικά υποβόσκον, το Nymphomaniac αναλύει ένα θέμα ταμπού, εκφρασμένο υπό την προσωπική απογοήτευση ενός ευαίσθητου, κατά βάθος, σκηνοθέτη που βρίσκει ενδεχομένως μερική ταύτιση με τα πάθη της ηρωίδας του. Με τον προβοκατορισμό του να αγγίζει το peak της καριέρας του, μετά τον Αντίχριστο (2009), το φιλμ στέκεται αποστασιοποιημένο από το κοινό, περιμένοντας τον ίδιο τον θεατή να το προσεγγίσει μόνος του κι ενεργά, παρά να τον πλησιάσει το ίδιο πιο μελοδραματικά και παθητικά. Βγαίνοντας, λοιπόν, από τη σφαίρα του grotesque και προκλητικού περιεχομένου του, είναι αδύνατον ένας θεατής να μην κλάψει μαζί με την ραγισμένη και χιλιοπληγωμένη Joe στην προτελευταία σεκάνς του έργου, συμπεραίνοντας πλέον ότι η ψυχή της ηρωίδας αυτής δεν είναι και τόσο μακριά από εκείνον, τελικά.

[1] Μτφ.: «Είμαι νυμφομανής, όχι σεξομανής»

[2] Τα δύο μέρη του Nymphomaniac μαζί με τα Antichrist (2009) και Melancholia (2011), συνιστούν μια άτυπη τριλογία, την επονομαζόμενη «Τριλογία της Κατάθλιψης».

[3] Μτφ.: «Δεν αισθάνομαι τίποτα» – Nymphomaniac Vol. 1 η τελική σεκάνς

Trailer Nymphomaniac Vol. 1 (2013):

Trailer Nymphomaniac Vol. 2 (2013):


Νικόλ Φιλιπποπούλου

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *