2000s,  CINEMA,  REVIEWS

Για τους Μάρτυρες του Pascal Laugier – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: Pascal Laugier

Αποτελώντας ένας από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα του New French Extremity κινήματος του 21ου αιώνα, το Martyrs είναι ένα αντισυμβατικό φιλμ που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στους θεατές του, τόσο θετικές όσο και πολύ αρνητικές. Εντελώς διχαστικό, ανατριχιαστικό και αφοσιωμένο στο σκοπό του, το εγχείρημα αυτό του Pascal Laugier δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα torture porn ενισχυμένο με ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο.

Σε συνέντευξη του, λίγο μετά τις πρώτες αντιδράσεις του κοινού απέναντι στο περιεχόμενο του Martyrs, ο Pascal Laugier είχε δηλώσει ότι οι σκοποί του δεν ήταν να προκαλέσει την αισθητική και τις αντοχές του κοινού με τις ακραίες κι αιματηρές εικόνες του, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, αλλά μετέφερε στο μεγάλο πανί ακριβώς την ιδέα που του είχε δημιουργηθεί ως έμπνευση. Και πράγματι, η εισαγωγή του Martyrs κάνει εμφανέστατη την κεντρική ιδέα του έργου και την βάση στην οποία χτίστηκαν οι χαρακτήρες, διαρκώντας μέχρι λίγο πριν τη μέση του, όπου και ξεκινά η απόλυτη κόλαση προβοκατορισμού και γκροτέσκου θεάματος. Παραμένοντας, όμως, στο πρώτο μέρος που είναι ουσιαστικά κι εκείνο που μεταφέρει πιο αισιόδοξα και θετικά συναισθήματα, κι εξέρχοντας  από την σφαίρα της υπερβολής που διαμορφώνεται στη συνέχεια, το Martyrs είναι μια ιστορία που ξεδιπλώνεται σε έναν συγκεκριμένο κεντρικό άξονα: την αξία της αγάπης για τον χαρακτηρισμό της υπόστασης κάθε ανθρώπου.

Ξεκινώντας, λοιπόν, την ταινία του, ο Laugier εισάγει κατευθείαν τον θεατή στις αιματηρές προθέσεις του, δείχνοντας την άγρια δολοφονία μιας οικογένειας από μια νεαρή κοπέλα. Η ιδέα του, συγκεκριμενοποιείται στη συνέχεια, εξηγώντας στον θεατή ότι η δολοφονία αυτή ήταν ένα προϊόν εκδίκησης ενός ατόμου βασανισμένου από αυτούς τους ανθρώπους κι έχοντας στο υπόβαθρό του μια διαταραγμένη ψυχολογική κατάσταση. Στο πλαίσιο αυτής της τόσο αποκρουστικής εισαγωγής, εμφανίζεται και η πρωταγωνίστρια Anna, η οποία προσεγγίζει με πιο συναισθηματικό τρόπο το στόρυ που εκτυλίσσεται μπροστά στον θεατή, παραδίδοντάς του αυτή την εκτόνωση που επιθυμεί από την ένταση κι ωμότητα που έχει δημιουργήσει ο άλλος χαρακτήρας – στο έργο μαθαίνουμε ότι η δεύτερη κοπέλα ονομάζεται Lucie.

Σε αντίθεση με την πλήρως ανθρώπινη, από τη μία, αλλά αυτοκαταστροφική και διαταραγμένη, από την άλλη, Lucie, η Anna, παρότι βιώνει με αντίστοιχο τρόπο την ένταση της σκηνής, αντιδρά πολύ πιο εγκάρδια, σκεπτόμενη περισσότερο τις συνέπειες της πράξης τής συντρόφου της – στην ταινία γνωστοποιείται ότι οι δύο κοπέλες δεν είναι μόνο φίλες – κι εκτονώνοντας την έντασή της με ένα αυθόρμητο φιλί, που τόσο πολύ είχε ανάγκη εκείνη τη στιγμή. Το πρώτο μέρος ολοκληρώνεται με έναν σχετικά αναμενόμενο τρόπο, έχοντας ήδη αφήσει ένα πλήρες ηθογραφικό πλαίσιο για την Anna, που είναι και η πρωταγωνίστρια που θα απασχολήσει το έργο στη συνέχεια.

Καταπιασμένος, συνεπώς, από αυτή την εισαγωγή, ο Laugier κακομεταχειρίζεται με τον χειρότερο τρόπο την πρωταγωνίστριά του, πιο πολύ για να επικαλεστεί την ευαισθησία κι ανθρωπιά του θεατή του, απέναντι στις τρομερά αποκρουστικές εικόνες, δημιουργώντας συγκεκριμένες προσδοκίες, παρά για να εξελίξει μια κατά τ’ άλλα στάσιμη και φλύαρη υπόθεση που αργεί πολύ να καταλήξει στο συμπέρασμά της. Φτάνοντας στο τέλος, ο Laugier προσφέρει την λύτρωση που ο ίδιος είχε φροντίσει να μην αναμένει κανείς, παραδίδοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την «καρδιά» του δημιουργήματός του.

Η ταινία αναφέρεται στους «Μάρτυρες», έναν όρο που απέκτησε κυρίως θρησκευτική υπόσταση με την πάροδο των χρόνων και κάτι το οποίο το φιλμ δεν παραβλέπει να παραθέσει μέσα από τη μυθοπλασία του. Ο στόχος, όμως, δεν είναι η αναγνώριση των διαφορών των «μαρτύρων» της συγκεκριμένης περίπτωσης με τους κοινότυπους μάρτυρες που δίδαξε η πίστη μέσα από τις ιστορίες της, όσο η ταυτοποίηση των ομοιοτήτων τους, κατανοώντας τι πραγματικά είναι ένας «μάρτυρας». Γιατί, αν κρίνει κανείς από την θρησκευτική υπόσταση του όρου, οι μάρτυρες ήταν άνθρωποι που ηθελημένα παρέδιδαν την ζωή τους γι’ αυτό που πίστευαν, κάτι που εύλογα θα έλεγε κάποιος ότι έρχεται σε αντίθεση με την σκοπιμότητα της «μαρτυρίας»  της πρωταγωνίστριας στο έργο αυτό, μιας και την υποχρέωσαν να εκτελέσει αυτό το ρόλο και δεν το έκανε εκείνη από δική της επιθυμία. Στην πραγματικότητα, όμως, η χαρακτήρας έχει ήδη ανοίξει τα χαρτιά των βαθύτερων επιθυμιών της αρκετή ώρα πιο πριν, οδηγώντας τελικά τον θεατή να αγκαλιάσει την πρωταγωνίστριά του, αναγνωρίζοντας τον πραγματικό λόγο που αξίζει να της αποδοθεί ο χαρακτηρισμός «μάρτυρας».

Ο Laugier είπε ότι έφτιαξε ένα love story και το τοποθέτησε σε έναν κόσμο πριν την ώρα της κρίσης, κάτι το οποίο ισχύει εν μέρει, χωρίς να δικαιολογεί απόλυτα τις τόσο μεγαλεπίβολες προθέσεις του. Ο τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης διαχειρίζεται ένα όμορφο αλλά όχι τόσο περίπλοκο στόρυ, δείχνει έναν δημιουργό που ξέρει να κατασκευάζει σύμβολα για τη μεγάλη οθόνη, αλλά επιλέγει πάντα την «εύκολη οδό» καταφεύγοντας σε έναν ξεπερασμένο τρόπο έκφρασης («Θα προκαλέσω για να αγγίξω»), με πρόσχημα τον φόρο τιμή στο παλιό, gore horror.


Νικόλ Φιλιπποπούλου

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *