2010s,  CINEMA,  REVIEWS

Με Οδηγό τη Διαπλοκή στο American Hustle του David O. Russell – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: David O. Russell

Στην Αμερική της απάτης και της δολοπλοκίας βύθισε τους ήρωές του γι’ ακόμη μια φορά ο David O. Russell, μιλώντας στη «γλώσσα» του χρήματος και της χλιδής και παρασέρνοντας το αχτύπητο κουαρτέτο του σε ένα παιχνίδι μεγαλομανίας, αποπλάνησης κι εξαπάτησης. Η σκηνοθετική του «γλώσσα» παραπέμπει στο έθιμο των γκανγκστερικών ταινιών που άνθισαν τέλη της δεκαετίας του ’80 και όλη τη δεκαετία του ’90 – Goodfellas (1990), Casino (1995), κλπ – πραγματοποιώντας έτσι ένα δημιούργημα που βρίθει από σινεφίλ αναφορές, κάνοντας την αναδρομή του στο κλασικό ύφος που οδήγησε στην ανάπτυξη του συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους.

Η αναβίωση ενός γκανγκστερικού φιλμ κλασικής μορφής σε συνδυασμό με την προσωπική σαρκαστική διάθεση του O. Russell, είχαν ως αποτέλεσμα ένα κομψοτέχνημα, ονόματι American Hustle, με τους ήρωές του να ισορροπούν μεταξύ αστείου και σοβαρού, συνιστώντας περισσότερο καρικατούρες, παρά ρεαλιστικές υπάρξεις. Οι σύντομης διάρκειας και μεγάλης ταχύτητας εναλλασσόμενες σκηνές του, σε συνδυασμό με το υπέροχα επιμελημένο μοντάζ, προσδίδουν στο έργο έναν γοργό ρυθμό, με ευχάριστο τόνο, διατηρώντας την προσοχή του θεατή, ακόμα και για τις 2 ώρες και 18 λεπτά της ταινίας. Η ατμόσφαιρα, διατηρεί διάχυτο το σαρκασμό της καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ, προσθέτοντας τόνους μουσικότητας ή μεταβάλλοντας το ύφος της σε πιο σοβαρό, χρησιμοποιώντας τις διακυμάνσεις των χαρακτήρων.

Πράγματι, οι χαρακτήρες στο American Hustle αποτελούν το κυριότερο μέσο του O. Russell προκειμένου να ελέγξει την ψυχοσύνθεση του κοινού του. Έχοντας ως βάση την επιφανειακή κι αλλοπρόσαλλη φύση μιας τυπικής χολλιγουντιανής, αφηγηματικής ιδέας, το χτίσιμο των κεντρικών χαρακτήρων του έργου, καταλήγει πιο προσωπικό από ποτέ. Τι είναι αυτό άραγε που καταστρέφει τα σχέδια των μικροαπατεώνων της ιστορίας; Ο νόμος ή μήπως το επικίνδυνο παιχνίδι αποπλάνησης μεταξύ των ζευγαριών, σπέρνοντας έτσι τη διχόνοια ανάμεσά τους;

Κι έτσι τα προβλήματα ξεκινούν και ο O. Russell αξιοποιεί κάθε ευκαιρία που του δίνεται για να αποδώσει κίνητρα και συμπεριφορές στις καρικατούρες του. Ο Irving Rosenfeld, ο ευφυής μικροαπατεώνας και master της πειθούς, εκπληρώνει πλήρως το νόημα της έκφρασης «τα φαινόμενα απατούν» καταφέρνοντας να εντυπωσιάσει τους ανθρώπους όχι μέσω της άκρως αποκρουστικής εμφάνισής του, αλλά μέσω της ικανότητάς του να κατανοεί απόλυτα τις ανάγκες και τα κίνητρά τους. Στο πλαίσιο αυτό, αποτελεί και το κεντρικό πρόσωπο ενός ερωτικού τριγώνου, με τον ένα άξονά του να καταλήγει στην άκρως γοητευτική Rosalyn Rosenfeld (ενσαρκώνεται εντυπωσιακά από την Jennifer Lawrence) και τον άλλο στην Sydney Prosser (Amy Adams), ένα ακόμη μυστήριο χαρακτήρα που ο O. Russell καλεί το κοινό του να ανακαλύψει.

Οι γυναικείοι ρόλοι του American Hustle, πέρα από τη δεξιοτεχνία τους όσον αφορά το ερμηνευτικό τους τμήμα – οι Lawrence και Adams φλερτάρουν επικίνδυνα με την «τελειότητα» – συνιστούν και το μεγαλύτερο μέρος της σεναριακής ιδέας του, αποδεικνύοντας ότι ακόμα και στο γκανγκστερικό είδος, η προτίμηση των female leads είναι παρούσα. Η διάχυτη σεξουαλικότητα δεν απομακρύνει τον θεατή ούτε μία στιγμή από κοντά τους, προσδίδοντάς τους έναν αποπλανητικό αλλά συνάμα ύπουλο χαρακτήρα κι εξυψώνοντάς τις σαν ηρωίδες για την ατακαδόρικη κακία τους και όχι γιατί προσέφεραν στο έργο την ηθική ικανοποίηση ενός «ιδανικού» χολλιγουντιανού ήρωα.

Εκτός από τις δύο ηρωίδες, όμως, όλη η φιλοσοφία του American Hustle έρχεται να απορρίψει την φιλοσοφία της ταμπέλας «καλού» και «κακού», καθώς όλα τα πρόσωπα της ταινίας διαθέτουν πολυδιάστατες κι εναλλασσόμενες προσωπικότητες, εξυπηρετώντας μία και μοναδική σκοπιμότητα ˙ να επιβιώσουν στον κόσμο του χρήματος με κάθε τρόπο. Παρόλα αυτά, η ανθρώπινη φύση τους έρχεται πολλές φορές αντιμέτωπη με τα σχέδιά τους, υποβάλλοντας τους χαρακτήρες σε διλημματικές καταστάσεις κι αδιέξοδα και δίνοντας έτσι στον θεατή την αφορμή που αναζητούσε για να τους προσεγγίσει περισσότερο, ακόμα και μέσα στον βαθύ αντιρεαλισμό τους.

Ο O. Russell, δημιουργεί μια ταινία χολλιγουντιανής πολυτέλειας, προσαρμόζοντάς τη στον δικό του κόσμο, αλλά αρνούμενος να μην συμβιβαστεί με την ηθικολογία του προσφέροντας στην ιστορία του μια κατάληξη αρκετά πιο άνευρη και προσγειωμένη απ’ ότι το υπόλοιπο εντελώς προσωπικό του έργο. Επειδή, όμως, έχει σημασία το ταξίδι και όχι ο προορισμός, το American Hustle καταλήγει να εκτιμάται όχι για τις υψηλές του υποσχέσεις, αλλά γιατί τηρεί, απλώς, την υπόσχεσή του να ταξιδέψει στον εντελώς δικό του κόσμο.


Νικόλ Φιλιπποπούλου

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *