1970s,  CINEMA,  CULTVILLE SPECIALS,  REVIEWS

Όταν η Suspiria του D. Argento Συναντά την Suspiria του L. Guandagnino (Μέρος 1ο) / Suspiria (1977) – Ανάλυση Ταινίας

Σκηνοθεσία: Dario Argento

**Ανάλυση Ταινίας: Είναι ένα κείμενο που αναλύει όλες τις παραμέτρους του περιεχομένου της ταινίας. Γι’ αυτό ΠΡΟΣΟΧΗ! Περιέχει SPOILERS και διαβάζετε με δική σας ευθύνη.**

 

To διάσημο giallo φιλμ του Dario Argento έκανε φέτος το καλοκαίρι την επαναπροβολή του στα σινεμά της Αθήνας, βυθίζοντας τους θεατές στην πολύχρωμη οπτικοακουστική πανδαισία του. Η αναβίωση αυτού του cult, πλέον, δημιουργήματος έφερε ξανά στην επιφάνεια την ξεχασμένη αξία των bmovies, συστήνοντας στο κοινό τον ιδρυτή του κόσμου της Suspiria, Dario Argento, και τις ιδέες του περί τρόμου, οι οποίες ολοκληρώθηκαν κι εξυψώθηκαν, πάλι φέτος, με το remake του Luca Guandagnino.

Μιλώντας, όμως, για τη Suspiria του Argento, η οποία αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορία της σινεματογραφίας αλλά και ολόκληρου του κινηματογράφου γενικά, η σκέψη μεταφέρεται σε μια καθαρόαιμη μορφή τρόμου, πρωτοποριακά δοσμένη, που επιτυγχάνει να παραβλέψει την b-movie φύση της και να σταθεί επάξια δίπλα σε άλλες ταινίες τρόμου της δεκαετίας του ’70. Οι σεκάνς της, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, γεμίζουν σινεφίλ αναφορές σύγχρονων κινηματογραφικών δημιουργιών – χαρακτηριστικό παράδειγμα το The neon demon (2016) του Nicolas Winding Refn – αναβαθμίζοντας το αρχικό υλικό που προσέφερε και αποδίδοντας φόρο τιμής τόσο στην ίδια, όσο και τον σκηνοθέτη της. Παρότι η σεναριακή ανάπτυξη της ιδέας στην ίδια την ταινία πλαισιώνει περισσότερο την ανάδειξη του τρόμου, το υλικό που προσφέρει είναι υπεραρκετό για την μετάβαση του πρωταρχικού concept σε ένα άλλο επίπεδο.

Ο Dario Argento, σκηνοθετεί ένα τυπικό προφίλ μάγισσας (ζουν σε ομάδες, διοργανώνουν τελετές, σκορπίζουν τον θάνατο, κλπ), το οποίο, ωστόσο, αναδεικνύεται άψογα από την ανατριχιαστική μουσική και τα πλάνα «παράνοιας» που σκηνοθετεί. Το έργο ξεκινά με κόκκινο, το χρώμα του πάθους αλλά και το χρώμα του αίματος, γεγονός που αντιπροσωπεύει πλήρως τη σχολή χορού που τοπογραφείται το έργο, αν αναλογιστεί κανείς ότι η σκοπιμότητά της ήταν να αναδείξει παθιασμένες χορεύτριες, οι οποίες στη συνέχεια θα εκμεταλλεύονταν από τις μάγισσες για τα αιματηρά τελετουργικά τους. Το κόκκινο, συνεχίζει να κυριαρχεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας εκφράζοντας κάθε φορά διαφορετική σκοπιμότητα, αναλόγως τη σκηνή και τον τρόπο με τον οποίο έχει χρησιμοποιηθεί. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η χρήση του στην περίφημη σεκάνς του ομαδικού ύπνου των κοριτσιών, η οποία ξεκινά με έναν ελαφρύ μωβ και ψυχρό χρωματισμό και τους χαρακτήρες να διακρίνονται χρωματικά από το background τους, για να καταλήξει σε ένα καθολικό έντονο κόκκινο που έχει επαλείψει ολόκληρη την οθόνη και σηματοδοτεί τον κίνδυνο που παραμονεύει πίσω από τα λευκά διαχωριστικά σεντόνια.

Το κόκκινο συμπληρώνεται σε αρκετές σεκάνς από μωβ, μεταβαίνοντας προοδευτικά σε ένα neon blue κι αποδίδοντας πιο ψυχρούς χρωματισμούς στην σινεματογραφική παλέτα του έργου. Η μαγεία κυριαρχεί διάχυτη και, παρότι μέχρι τις τελευταίες σεκάνς ο Dario Argento παίζει με υπαινιγμούς, τα χρώματα των εικόνων τη δηλώνουν αμεσότατα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η σεκάνς της αποκάλυψης της Helena Markos, στις τελευταίες σκηνές της Suspiria, εκφράζεται σχεδόν αποκλειστικά με αποχρώσεις του μωβ και του μπλε για να καταλήξει στο κόκκινο της αρχής και το πορτοκαλί της φωτιάς, που πλέον επέφερε την ισορροπία και την αποδέσμευση από τη μαγεία. Στο τέλος του, συνεπώς, ο Argento παρουσιάζει τη δική του «επανάσταση» απέναντι στη «μοναρχία» του κόκκινου του έργου του κι εξολοθρεύοντας τον κίνδυνο με… φλόγες.

Πίσω, όμως, από όλη αυτή την οπτική πανδαισία με τα neon χρώματα και τα απόλυτα καδραρισμένα, ψυχαναγκαστικά πλάνα του Argento, οι χαρακτήρες και η πορεία του έργου δεν προβάλλουν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από έναν γνήσιο τρόμο αλά 70s, τοποθετημένοι απλώς σε ένα σκηνοθετημένο στόρυ και συνιστώντας τις «φιγούρες» του φιλμ κι όχι τις προσωπικότητές του. Ο σκόπιμος παραγκωνισμός σημαντικών στοιχείων του έργου και η πιο εγωκεντρική διάθεση των σκηνοθετών, είναι ένα συχνό χαρακτηριστικό στα bmovies, που δεν έχει καμία σχέση με τον αντίστοιχο εγωκεντρισμό των σύγχρονων auteur, αλλά κινείται περισσότερο στην άποψη ότι η ταινία εκπροσωπεί μια εικονική πραγματικότητα και μέσα από αυτή θα προέλθει κάθε τύπου προσδοκία και συναίσθημα του θεατή.

Σε πολλές περιπτώσεις, η κινηματογραφική ιστορία απέδειξε ότι τα bmovies δεν προσέφεραν ούτε την ευχαρίστηση την οποία υπόσχονταν, αποτελώντας απλώς δευτεροκλασάτα φιλμς και προϊόντα χλευασμού του κοινού και της κινηματογραφικής κοινότητας. Υπάρχουν, βέβαια, κι άλλες περιπτώσεις, στις οποίες εντάσσεται και η Suspiria, που τα bmovies άφησαν τη δικιά τους ιστορία μέσα από καινοτομίες τους, καταλήγοντας να κερδίζουν επάξια τον τίτλο μιας cult ταινίας, must-see από τους σύγχρονους σινεφίλ. Μπόλικο αίμα, χρωματική κόλαση, μαγεία κι επανάσταση υποσχέθηκε ο Dario Argento, τα οποία απέδωσε με τρομερή πειστικότητα στην κλασική Suspiria, για να αποτελέσει έμπνευση για μια άλλη διάσταση της ιδέας του, το 2018, με την νέα Suspiria του Luca Guandagnino.


Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *