2000s,  CINEMA,  REVIEWS

Μια Κοντινή Ματιά στο Closer του Mike Nichols – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: Mike Nichols

Με ένα ερωτικό «τετράγωνο» ξεκίνησε κι ολοκλήρωσε το έργο του ο Mike Nichols, χρησιμοποιώντας ένα απλό συστατικό: δύο ζευγάρια κι ο παρτενέρ του ενός, να γίνεται παρτενέρ του άλλου. Αυτός υπήρξε σε γενικές γραμμές ο κεντρικός άξονας του Closer περιπλέκοντας δύο διαφορετικά love stories και αφήνοντας διακριτικά την δική του κοινωνική κριτική απέναντι στις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις.

Το εγχείρημα του Nichols, παρόλη την ωμότητα και ψυχρότητα που κρύβει αποδίδεται με έναν άκρως πολύχρωμο και καμουφλαριστικό τρόπο, λειτουργώντας περισσότερο υπαινικτικά και λιγότερο άμεσα. Η εισαγωγική του σεκάνς, αποκαλύπτει από μόνη της τις ειρωνικές του διαθέσεις κινηματογραφώντας τα βλέμματα του πρώτου ζευγαριού του (Alice και Dan) στην πρώτη τους συνάντηση, η οποία συμβαίνει με έναν τόσο μοιραίο τρόπο, όπως το να πέσει η Alice πάνω σε ένα ταξί μόνο και μόνο επειδή παρατηρούσε τον Dan να περπατά στο δρόμο, γεγονός που θα καταλήξει να τον φέρει κοντά της. Το πλήθος περιτριγυρίζει την τραυματισμένη κοπέλα, ενώ ο Mike Nichols, πριν αποχωρήσει από τη σεκάνς μαζί με το πρώτο του ζευγάρι, αφήνει ένα πλάνο Look right να αιωρείται στην ατμόσφαιρα και να «περιβάλλει» αυτή την μοιραία συνάντηση του ζευγαριού.

Οι συστάσεις με τους υπόλοιπους δύο χαρακτήρες του έργου δεν αργούν να καταφθάσουν με την Anna να γνωρίζεται με τον Dan σε μια φωτογράφηση και τον τελευταίο να στήνει μια κωμικοτραγική πλεκτάνη προκειμένου η Anna να γνωρίσει τον Larry. Τα ψέματα, ωστόσο, και οι εξαπάτηση είναι γενικότερα χαρακτηριστικά των ηρώων του Closer και κοινό σημείο και των τεσσάρων[1], όσο κι αν ο καθένας τους προβάλλει μια διαφορετική εξωτερική εικόνα μέσω μιας διαφορετικής κοινωνικής θέσης. Όλοι τους λειτουργούν σε συνάρτηση με την ικανοποίηση των σεξουαλικών τους αναγκών, μετονομάζοντας κάθε τους επιλογή έρωτα ή αγάπη, αλλά μεταφράζοντας τα πάντα στη γλώσσα του σεξ. Καθώς εξελίσσεται, μάλιστα, η υπόθεση και η εικόνα που σχηματίζεται για τον κάθε ένα από τους τέσσερις περιπλέκεται, ο θεατής δεν βρίσκεται ποτέ στην θέση του «κριτή» διαλέγοντας έναν από όλους, αφού κανείς τους δεν μπορεί να χαρακτηριστεί από μια μονοδιάστατη ηθικοπλαστική ταμπέλα. Οι μόνες ταμπέλες που ο Nichols τους αποδίδει είναι κυρίως κοινωνικών κριτηρίων, ενώ, όσον αφορά την ψυχοσύνθεσή τους, κατασκευάζει διαρκώς μεταβαλλόμενους χαρακτήρες, καταλήγοντας να μην είναι ποτέ απόλυτα σταθεροί και συνεπώς κατανοητοί.

Η ιστορία που διηγείται, στην ολότητά της, εμπεριέχει εντάσεις και μεγάλη χρήση διαλόγου με έντονες λεπτομέρειες και περιγραφικά στοιχεία, χωρίς, ωστόσο, να αρκεί από μόνη της για την απόδοση κινήτρων στους χαρακτήρες. Στο σημείο, αυτό, έρχεται και «κουμπώνει» η σκηνοθετική οπτική του Nichols, ο οποίος, όπως ήδη αναφέρθηκε, προτιμά να αξιοποιήσει μια πιο ειρωνική και υπαινικτική ματιά απέναντι στους ήρωές του, χρησιμοποιώντας ως επί το πλείστον εικόνες προκειμένου να αποδοκιμάσει την αλαζονεία και εγωπάθεια των ηρώων του ή να χτίσει συγκεκριμένες προσδοκίες τις οποίες θα καταρρίψει στη συνέχεια[2]. Τα πάντα στο έργο κρύβονται στις εναλλαγές του «φαίνεσθαι» και του «είναι» των ηρώων, τα οποία, όμως, δεν αποκαλύπτονται ξεκάθαρα σε όλες τις περιπτώσεις αλλά προσκαλούν τον ίδιο τον θεατή να εξερευνήσει τα όρια και ψυχολογικές πτυχές του κάθε προσώπου, πάντα λαμβάνοντας υπόψη και την εκπληκτική χημεία των Natalie Portman, Jude Law, Julia Roberts και Clive Owen.

Ο αισθησιασμός βρίσκεται διάχυτος σε κάθε σεκάνς, φτάνοντας στο peak του κυρίως στις σκηνές που τα πρόσωπα έρχονται πιο κοντά ο ένας με τον άλλο. Στο πλαίσιο αυτό, δεν υπάρχει στο έργο ούτε μία ερωτική σκηνή, αλλά ο αισθησιασμός και η σεξουαλική ένταση μεταξύ των χαρακτήρων αφήνονται μετέωροι χωρίς να αποκαλύπτονται ποτέ άμεσα. Όπως, μάλιστα, φαίνεται κι απ’ τον τίτλο, αυτό που απασχόλησε, στο τέλος της ημέρας, τον Nichols στο Closer κι εκδηλώθηκε μέσω των απατηλών κι «έκπτωτων» συναισθηματικά χαρακτήρων του ήταν η απόσταση μεταξύ τους, η οποία όσο ελαττωνόταν ρεαλιστικά, τόσο έτεινε στο άπειρο ψυχολογικά.

[1] Η Αnna, παρότι φαίνεται η λιγότερο δολοπλόκα από τους τέσσερις, στην πραγματικότητα είναι η πρώτη που μας εισάγει στην έννοια του ψέματος στο Closer, όταν στη σεκάνς της φωτογράφησης με την Alice τής εξηγεί ότι δεν ήταν εκείνη που έκλεψε τον άντρα της, κάτι που γνωρίζει ο θεατής ότι δεν ισχύει.

[2] Κλασικό παράδειγμα η πιο light εικόνα που δημιουργεί για την Alice, η οποία στο τέλος της ημέρας εξισώνεται με τους υπόλοιπους τρεις συμπρωταγωνιστές της.


Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *