2010s,  CINEMA,  REVIEWS

Θυμόμαστε μία από τις Καλύτερες Ταινίες του Γ. Λάνθιμου: Αστακός – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος

Σε ένα δυστοπικό, κοντινό μέλλον ο David ένας σύζυγος που μόλις τον παράτησε η γυναίκα του, αναγκάζεται από με τους κανόνες της Πόλης, να ζήσει σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο για 45 μέρες. Σκοπός της διανομής αυτής δεν είναι 45 μέρες ξέγνοιαστων διακοπών, ώστε να ξεφύγει το μυαλό από τον πόνο που προφανώς βιώνει, αλλά το να βρει άλλο ταίρι μέσα σε ούτε καν ένα μήνα. Αν δεν τα καταφέρει, είναι εξίσου αναγκασμένος να μεταμορφωθεί σε ένα ζώο. Ο David επιλέγει, διόλου τυχαία, να μεταμορφωθεί σε αστακό. Τον επιβραβεύει για αυτό η αρχηγός της διοίκησης του ξενοδοχείου. Στο Ξενοδοχείο συναντάει μια εντελώς άκαρδη, που γουστάρει πόνο και θάνατο, γυναίκα, αλλά και μια καλοσυνάτη καμαριέρα. Συναντάει επίσης έναν ψευδό άντρα που δεν περιμένει από άλλο άτομο (του ίδιου ή του αντίθετου φύλου) να τον ευχαριστήσει αλλά το κάνει μόνος του, και έναν νεαρό που κουτσαίνει και κάνει τα αδύνατα δυνατά να αποκτήσει ταίρι μέσα σε αυτήν την περιορισμένη περίοδο. Υπάρχει όμως και το Δάσος. Εκεί ο David θα συναντήσει τη δογματική και σκύλα αρχηγό του, αλλά και μια γυναίκα που θα του τραβήξει τόσο το βλέμμα όσο και την καρδιά.

Αυτός  είναι o Aστακός, μια  πρωτότυπη, αλληγορική και σαδιστική (πάντα), περίεργα ρομαντική απόπειρα του σκηνοθέτη να μας εξηγήσει μέσα από γερές δόσεις μαύρου χιούμορ, τι είναι αγάπη, τι σημαίνει αυτοθυσία και αν η ανθρώπινη κοινωνία σέβεται και αγαπά το βασικότερο στοιχείο της, τον άνθρωπο. Με αυτό το φιλμ ξεκινά η αγγλόφωνη καριέρα του. Το σενάριο (που συνυπογράφει ο σταθερός συνεργάτης του Λάνθιμου, Ευθύμης Φιλίππου) επέλεξε έναν ευφυέστατο τρόπο για να προσεγγίσει το θέμα του που είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει κάποιος-ια για το άτομο που υποστηρίζει  πως αγαπάει;

Μια ιστορία μυθοπλασίας με κανόνες για το ποιον-ια γίνεται/πρέπει να αγαπάμε και πόσο θα διαρκεί αυτό. Όλα αυτά σε μια ζυγαριά. Ενώ φυσικά, η μοναξιά «σκοτώνει» ή μας μεταμορφώνει σε κάποιο ζώο (προοπτική που μερικούς-ες δεν θα μας ενοχλούσε ιδιαίτερα).  Σας θυμίζει κάτι όλο αυτό;…Ναι σωστά. Και στην πραγματικότητα κάπως έτσι έχουν τα πράγματα.

Το Ξενοδοχείο, που αυτό τον καιρό αντιμετωπίζει «τεχνικά προβλήματα» για την περίπτωση «bisexual»-ή το ένα πρέπει δηλώσεις ή το άλλο  αλλιώς δεν γίνεται- (ξεκάθαρα ένα από τα εξυπνότερα σημεία της ταινίας), δεν διαφέρει και πολύ από την πραγματικότητα που ζούμε. Ούτε το Δασός. Ούτε η Πόλη. Ζούμε και θα συνεχίσουμε να ζούμε, όπως δείχνουν τα πράγματα, σε μια κοινωνία που μας σκλαβώνει με ανόητους και σε σημεία απάνθρωπους κανόνες και στερεότυπα για το πώς να χτίζουμε τη ζωή μας, με σκοπό το «το καλό μας». Και αυτό μας έχει οδηγήσει στο να είμαστε ολοένα και πιο ατομικιστές, αδιάφοροι και να δημιουργούμε συνεχώς λυκοφιλίες. Αυτά με αλληγορικό και έξυπνο τρόπο μας διηγείται Ο Αστακός. Σημαντικό είναι και το γεγονός πως παρακολουθώντας  τον Αστακό δεν αργείς να συνειδητοποιήσεις για ακόμη μία φορά,  πως κάθε μορφή εξουσίας είναι αδύνατον να μην ξεφύγει από την παράνοια και τα όρια που χαρακτηρίζουν τον ανθρώπινο σεβασμό.

Άκρως απολαυστικός ο πρωταγωνιστής Colin Farrel σε ρόλο πραγματικά έκπληξη. Στέκεται και κοιτάζει γύρω του έχοντας διαρκώς απορημένη έκφραση ενώ φαίνεται περικυκλωμένος από αμηχανία  που προδίδεται και μέσα από τις κινήσεις του σώματος του. Η γυναίκα στο Δάσος, η υπέροχη Rachel Weisz ταιριάζει απόλυτα στον κόσμο των «Μοναχικών», ενώ παραμένει γοητευτική ακόμη και χωρίς τη βοήθεια του μακιγιάζ. Όλο το καστ που πλαισιώνεται από εξαιρετικούς ηθοποιούς φαίνεται να έχει ρουφηχτεί από το σύμπαν του Αστακού. Ένα σύμπαν που έχει χτιστεί αισθητικά περίφημα τόσο από τις σκηνοθετικές οδηγίες όσο και από την πανέμορφη φωτογραφία του Θύμιου Μπακατάκη.


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *