2010s,  CINEMA,  REVIEWS

Toni Edrmann και η Διεισδυτική Απλότητα της Maren Ade – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: Maren Ade

Υπάρχουν τα φώτα, η μουσική, το χρώμα, τα τέλεια και καλοφτιαγμένα πλάνα. Υπάρχει όμως και η ακριβής και πολύ απλή ματιά του σκηνοθέτη. Ο Toni Erdmann κερδίζει εκεί που χάνουν άλλες μεγάλες και φανφαριόζικες ταινίες: στην απλότητα και την διεισδυτικότητα. Πριν προχωρήσω όμως στην ταινία που έκανε το Φεστιβαλ των Καννών να παραμιλάει, ενθουσίασε κριτικούς και προβλήθηκε και  στις Νύχτες Πρεμιέρας, νομίζω ότι αρμόζει να αναφερθώ, ίσως  πιο σύντομα από ότι θα άξιζε, στην σκηνοθέτη της ταινίας, την Maren Ade.

Έχοντας τρεις ταινίες μεγάλου μήκους στο ενεργητικό της η Γερμανίδα σκηνοθέτις περιστρέφεται σταθερά γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις. Μελετάει τους χαρακτήρες της και τους δίνει τόση ζωή όσο ένα βρέφος που γεννιέται. Εξελίσσονται σταθερά κι ακολουθούν ο καθένας πάντα τις δυνάμεις του ή και τις αδυναμίες του. Στην δεύτερη ταινία της, Alen Anderen, περιγράφει μεθοδικά και με ακρίβεια την σχέση ενός ζευγαριού, με την φυσικότητα και την αμεσότητα που ο Κασσαβέτης είχε παρουσιάσει, σχεδόν 40 χρόνια πριν, τους δικούς του ήρωες στο Faces και στο A woman under the Influence. Όλα αυτά κάτω από το πρίσμα μίας γυναικείας ματιάς που το διεθνές κινηματογραφικό στερέωμα είχε παραμελήσει. Το είδος που αναπτύσσει η Maren Ade δεν έχει να κάνει με έντονη σημειολογία και χρωματική αναλογία, αλλά με ειλικρίνεια, απλότητα, φυσικότητα και ευλάβεια. Με λίγα λόγια την απαραίτητη διεισδυτικότητα για τις ανθρώπινες σχέσεις, οποιασδήποτε φύσεως.

Η σειρά και του Toni Erdmann. Ποιος είναι ο κύριος Erdmann; Κανείς. Ή πιο ορθά, δεν είναι τίποτα λιγότερο από το alter ego ενός πατέρα που προσπαθεί να προσεγγίσει την εργασιομανή κόρη του. Εκείνος πλακατζής και αυθόρμητος, εκείνη δυναμική και σύμβουλος σε μεγάλη εταιρεία. Δύο κόσμοι που δεν βρίσκουν σημείο συνάντησης στην δραματικότητα όπως  σε άλλες ταινίες του είδους, αλλά στην ζωντάνια και το χιούμορ. Ναι, ο πατέρας μπορεί να αδυνατεί να καταλάβει την ζωή της κόρης του, ίσως γιατί είναι μακριά από εκείνον και ζει στο Βουκουρέστι, ίσως και γιατί οι κόσμοι τους είναι συθέμελα διαφορετικοί. Ο μόνος τρόπος, μας διδάσκει ο Τόνι, είναι να μην παίρνουμε και πολύ σοβαρά την ζωή. Να εκτιμάμε την στιγμή, γιατί αυτήν θα θυμόμαστε τα επόμενα, μακρινά χρόνια.

Πάνω σε αυτό το στέρεο υπόβαθρο, η σκηνοθέτις χτίζει ολοκληρωμένους χαρακτήρες που ζουν τις ανολοκλήρωτες ζωές τους. Το χιούμορ και το γέλιο είναι αβίαστο και αυθόρμητο, αφήνοντας πάντα χώρο για έμμεσους κοινωνικούς σχολιασμούς κι έναν ιδιότυπο σαρκασμό στην γερμανική κοινωνία. Οι στιγμές που περνάνε μπροστά στο όμορφο και μεγάλο πανί είναι στιγμές ανθρώπινες και ανθρωπιστικές. Στιγμές αξέχαστες. Δεν ψάχνουν την λύτρωση οι ήρωες ούτε την λύση. Είναι απλά (απλά, η μαγική λέξη της ταινίας) παρόντες στην σταδιακή και αμοιβαία εξέλιξη και αλληλεπίδραση τους.

Η μεγαλύτερη, όμως, αγάπη όλων σε αυτή την ευλαβική ταινία, είναι η αγάπη που έδειξαν οι ίδιοι οι ηθοποιοί για την τέχνη τους. Το ρεσιτάλ είναι το λιγότερο που θα έλεγε κανείς. Δεν υποδύονται γιατί δεν ψεύδονται. Ίσως μόνο φοράνε το make-up κι ενίοτε τα ρούχα (ενίοτε, γιατί η πιο ξεκαρδιστική σκηνή της ταινίας είναι ημίγυμνη) και όντως είναι ένας πλακατζής πατέρας και μία εργασιομανής κόρη. Όλα τελείωσαν απλά… και δυνατά. Πολύ δυνατά!


 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *