2010s,  CINEMA,  REVIEWS

Το Climax του Gaspar Noe Ανεβάζει Ψηλά τον Πήχη του – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: Gaspar Noe

Πάντα ενταγμένος στο προκλητικό, γκροτέσκο και αμφιλεγόμενο New French Extremity, o Gaspar Noe δημιουργεί άλλο ένα αυστηρά δικό του, προσωπικό φιλμ, εξισορροπώντας αυτή τη φορά την εντυπωσιακά εφιαλτική ατμόσφαιρα, με τις αυστηρά προβοκατόρικες βλέψεις του. Χωρίς ανούσια πρόκληση, ακόμα και σε ένα υποτυπώδες σενάριο, ο Noe δημιουργεί ένα έργο αψεγάδιαστης οπτικής ομορφιάς, αποδεικνύοντας ότι το σινεμά δεν γράφεται μόνο αλλά… κινηματογραφείται!

Χρώματα, ουρλιαχτά, εφιάλτες, ουσίες και πάρα πολύς χορός περιγράφουν αντιπροσωπευτικότατα το εγχείρημα του Noe, που δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από τους γνωστούς «υποκοσμικούς» χαρακτήρες του, ενταγμένους στο πυρετώδες, έντονο χρωματικά σύμπαν του, αφήνοντας μια επίγευση αλληγορικής χροιάς. Τα high angles και οι περιστροφές 360 μοιρών της κάμεράς του, δίνουν μια ολοκληρωμένη εικόνα της έντασης των συναισθημάτων όλων των ηρώων, καθώς η ιστορία κλιμακώνεται, αντιμετωπίζοντας τους ως μια «μάζα» και όχι τον καθένα ως ξεχωριστό, ανεξάρτητο χαρακτήρα. Και είναι λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι κανένα από τα γεγονότα που συμβαίνουν στην αίθουσα και που βαίνουν από το κακό στο χειρότερο, δεν μπορεί να αιτιολογηθεί με δεδομένη την ανάπτυξη του κάθε επιμέρους προσώπου. Αν αντιμετωπιστούν, ωστόσο, ως ένα ενιαίο σύνολο, όπως ακριβώς αντιμετωπίζει ο Gaspar Noe την κοινωνία που προσπαθεί να αποτυπώσει στις εικόνες του, ίσως οι κινήσεις τους και οι εκβάσεις τους αποκτήσουν πολύ μεγαλύτερη λογική.

Μεταβαίνοντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο κι από τη μία χρωματική παλέτα στην άλλη, η κοινωνική καταγγελία του Noe ενσαρκώνεται από μια ποικιλία συναισθηματικών εντάσεων των χαρακτήρων, εισάγοντας τον θεατή σε έναν αγχώδη, κλιμακούμενο εφιάλτη, από τον οποίο δύσκολα βρίσκει διέξοδο. Θα μπορούσε κάλλιστα να παρομοιαστεί με μια περιπέτεια σε ένα κλειστοφοβικό Escape Room, στο οποίο όλα ξεκινούν ως διασκέδαση και με ένα μικρό λάθος, οδηγούνται στην ανεξέλεγκτη και απόλυτη καταστροφή. Παρά την περιορισμένη ανάπτυξη του σεναρίου του και τις δεκάδες αυτοαναφορές, ο Gaspar Noe καθιστά απόλυτα κατανοητό το εγχείρημά του, αφήνοντας τους ίδιους τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάζουν για να αποδώσουν πειστικότερα την ατμόσφαιρα, που είναι και το κυριότερο μέσο επικοινωνίας του φιλμ με τον θεατή. Ακόμα , όμως, και με αυτά τα δεδομένα, η πεσιμιστική οπτική του ότι όλα θα τελειώσουν με τον χειρότερο τρόπο, φαίνεται από την πλειονότητα των σεκάνς του τελευταίου τρίτου της ταινίας, μαζί με το ειρωνικό φινάλε.

Εντυπωσιάζοντας με τις σκηνοθετικές του επιλογές αλλά όχι τη σεναριακή δουλειά του, ο Gaspar Noe δημιουργεί μια ιδιαίτερη δουλειά, που ναι μεν προσγειώνει εύκολα τον θεατή με τις κακοδομημένες και αιωρούμενες ιδέες της, αλλά τον παρασέρνει στο σχεδόν σουρρεαλιστικό σύμπαν της καθ’ όλη τη διάρκειά της.

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *