2010s,  CINEMA,  REVIEWS

Ρίχνοντας Φως στο Διχαστικό Moonlight του Barry Jenkins – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: Barry Jenkins

Έχοντας αμαυρωθεί από την κωμικοτραγική κατάληξη της νίκης του στην τελετή απονομής των βραβείων της Ακαδημίας το 2017, για την κατηγορία Καλύτερης Ταινίας (Best Picture), το Moonlight παραμένει μέχρι και σήμερα μια από τις πιο αμφιλεγόμενες «οσκαρικές» ταινίες των τελευταίων ετών. Ξεφεύγοντας τελείως από τις αμερικάνικες ηρωικές συμβάσεις των προηγούμενων χρόνων, η Ακαδημία των Όσκαρ αλλάζει γραμμή πλεύσης το 2017, και βραβεύει μια ταινία ανεξάρτητου αμερικάνικου ύφους, προσπαθώντας να αποδείξει την παγκόσμια φύση των επιλογών της. Το Moonlight, κλήθηκε να εκπροσωπήσει το είδος του τη χρονιά εκείνη, με τις συγκυρίες να το εξυψώνουν ως μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, ενώ οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί, στη συνέχεια, να πέφτουν βροχή. Σίγουρα η επιλογή του αντικειμενικά «καλού» ήρθε σε έντονη αντιπαράθεση με την προσπάθεια επιδιόρθωσης του αμαυρωμένου ονόματος των βραβείων, όμως, αν εξέρθει κανείς από τη σφαίρα της προώθησης και της καταξίωσης, το Moonlight μπορεί να δεχθεί μια ιδιαίτερη κριτική προσέγγιση.

Αμφιταλαντευόμενο με εκατοντάδες κλισέ, από την έναρξη μέχρι την συνέχειά του, από την παρουσίαση των ηρώων μέχρι την εξέλιξη της ιστορίας κι από τις ατάκες του μέχρι και ολόκληρες σεκάνς, το Moonlight σίγουρα δεν είναι μια ταινία που δεν έχει ξαναδεί ποτέ ένας σινεφίλ. Με την πλοκή του οργανωμένη σε τρία κεφάλαια, ο Barry Jenkins αναπτύσσει μια ιστορία ενηλικίωσης μέσα από προβλέψιμα συμβάντα, αποδίδοντάς τα με εικόνες λυρισμού, συμβόλων και πλήθους συναισθημάτων. Η δραματουργία είναι δουλεμένη με αρκετά συμβατικό τρόπο, θεωρώντας εκ πρώτης όψεως ότι η ταινία είναι ανίκανη να κατασκευάσει ήρωες με βάθος κι απρόβλεπτη έκβαση, κερδίζοντας την καρδιά του θεατή. Είναι, όμως, αλήθεια αυτό;

Με μια δεύτερη και μεγαλύτερου βάθους ματιά, μάλλον όχι, καθώς το φιλμ χρησιμοποιεί τα κλισέ του ως αφετηρία για κάτι ομορφότερο, βαθύτερο και σίγουρα πιο ανθρώπινο. Βαίνοντας από το κακό στο χειρότερο κι από το ένα δραματικό γεγονός στο άλλο, το Moonlight χρησιμοποιεί μια απαισιόδοξη οπτική για να καταλήξει αισιόδοξα, πλημμυρίζοντας την οθόνη συναισθήματα και αλλάζοντας εντελώς την κλασική εικόνα των χιλιάδων βεβιασμένων αντιρατσιστικών ταινιών που «κοροϊδεύουν» τον θεατή κατάμουτρα με τις εύπεπτες σεναριακές εκβάσεις τους.

Για τον Barry Jenkins σημασία δεν έχουν τόσο τα γεγονότα ως κοινωνικές αλήθειες, αλλά ο αντίκτυπός τους πάνω σε μια αθώα ψυχοσύνθεση, συμβάλλοντας στην εξέλιξή της και δημιουργώντας, εν τέλει, τον πρωταγωνιστή της ταινίας στο σήμερα. Το αποτέλεσμα είναι σίγουρα τραγικό, όμως ο Jenkins δεν χαραμίζει τον χαρακτήρα του για να υπερτονίσει το «μισοάδειο ποτήρι» της ζωής του, αλλά του δίνει μια ευκαιρία να πάρει ο ίδιος τα ηνία στα χέρια του και να βελτιώσει το παρόν του. Εξάλλου, το βάθος μιας κινηματογραφικής ιστορίας δεν κρίνεται μόνο από τις καταγγελίες της και την διάθεσή της για «επανάσταση» αλλά από το κατά πόσο διαμορφώνει εξελίξιμους ήρωες ˙ πρόσωπα που βιώνουν δυσκολίες, κάνουν λάθη, τιμωρούνται, απογοητεύονται αλλά στο τέλος συγχωρούν κι εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία που τους δίνεται για να γεμίσουν από την αγάπη που τους στερήθηκε.

Κι έτσι ακριβώς, το Moonlight καταφέρνει να βγει πέρα από τις συμβάσεις που φαινομενικά έχει εισάγει τον εαυτό του, συνιστώντας μια συνηθισμένη ιστορία μέσα από μια διαφορετική, πιο ανθρώπινη οπτική, προσφέροντας στο κοινό του πολλά περισσότερα από όσα έχει υποσχεθεί κι απογειώνοντας την δύναμη του συναισθήματος για την κινηματογραφική τέχνη. Μπορεί γι’ ακόμη μια φορά, η ιδιαιτερότητα μιας πρωτότυπης σεναριακής ιδέας να μην αγγίζεται από τις δεξιότητες ενός συνηθισμένου στόρυ με πινελιές πρωτοτυπίας, όμως η δύναμη της εικόνας για την κινηματογραφική τέχνη έχει αποδεδειγμένα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα του τελικού αποτελέσματος και, ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Barry Jenkins γνωρίζει πολύ καλά να κατακρεουργεί φιγούρες που ψευτίζουν και να τις μετατρέπει σε… απλούς και όμορφους ανθρώπους.

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *