2010s,  CINEMA,  REVIEWS

H Miss Violence του Αβρανά Αποτυγχάνει Εκεί που Επιτυγχάνει ο “Κυνόδοντας” – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Αβρανάς

To Greek Weird Wave, το σινεμά που σύστησαν ο Πάνος Κούτρας και ο Γιώργος Λάνθιμος στη σύγχρονη κινηματογραφική Ελλάδα και το εξωτερικό, φτάνοντας στο σημείο να επηρεάσουν άλλες κουλτούρες και δημιουργούς, υπήρξε η αμεσότατη κι εντονότερη επίδραση του Αλέξανδρου Αβρανά, σε αυτό το εγχείρημά του. Έχοντας τις ρίζες του στον Κυνόδοντα (2009) του Γιώργου Λάνθιμου, με κάτι περισσότερο από εμφανή τρόπο, τη φωτογραφία που κατέστησε την ταινία γνωστή και την «καλομεγειρεμένη» συνταγή του weird στην ανάπτυξη της θεματικής του, ο Αβρανάς επιχειρεί να αποδομήσει γι’ ακόμη μια φορά την πατριαρχική οικογένεια, μέσα από μια ιστορία βίας, πρόκλησης και ωμών αναπαραστάσεων.

Η στατική του κάμερα, και τα υπέροχα καδραρισμένα πλάνα του αποδίδουν στο φιλμ μια ιδιαίτερη οπτική, προσπαθώντας να αποστασιοποιηθεί από τα συναισθήματα των ηρώων του και να καταστήσει σαφές στον θεατή, ήδη από τα πρώτα πλάνα του, ότι από την ταινία απουσιάζει κάθε πινελιά ευαισθησίας, συναισθήματος κι ανθρωπιάς. Φυσικά η ιδιαίτερη ματιά του πάνω στις επιδράσεις μιας πατριαρχικής οικογένειας απέναντι στα μέλη της και την ίδια την κοινωνία μέσα από μια τόσο βαριά και «βουτηγμένη» στην υπερβολή της ιστορία, δείχνει ακριβώς τον θυμό και την αγανάκτηση των Ελλήνων δημιουργών για τη διαιώνιση αυτού του αρχέγονου προτύπου στα παιδιά τους. Το παιχνίδι, εξελίσσεται σε μια παράλογη, εφιαλτική πραγματικότητα «βίας στη βία» και η πρόκληση ακολουθεί πολύ πιο επιδεικτικά μονοπάτια, φτάνοντας στο σημείο να προκαλεί αμφισβήτηση για τους πραγματικούς σκοπούς αυτού του έργου.

Ο Αβρανάς, γνωρίζει μεν τη γενική ιδεολογική βάση του εγχειρήματός του, όμως δεν καθιστά ποτέ σαφές το προσωπικό του όραμα, μέσα από ένα φιλμ που στην πράξη δεν έχει τίποτα παραπάνω να πουλήσει από έναν νέο Κυνόδοντα, σε κάθε επίπεδο, που απλά χρησιμοποιήθηκε κατά γράμμα λόγω του άκρως επιτυχημένου σχεδίου του. Ήδη από τα τέσσερα εναρκτήρια πλάνα, η εξέλιξη του έργου είναι απόλυτα σαφής, με τους χαρακτήρες του αυστηρά καθορισμένους και την έκβασή του προβλέψιμη κι αναμενόμενη, περιορίζοντας έτσι, από πολύ νωρίς, την σεναριακή ανάπτυξη του φιλμ και καταδικάζοντάς το σε μια στείρα επαναληψιμότητα προκλητικών σεκάνς, επιβεβαιώνοντας αυτό που ο θεατής ήδη γνωρίζει εκ των προτέρων. Προχωρώντας με μη κλιμακωτό τρόπο στην λήξη του, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως στη λογική της κλισέ ιδέας «η καταπίεση φέρνει επανάσταση», το φιλμ δεν απογειώνεται ποτέ, καταλήγοντας άδοξα κι άψυχα στο πλαίσιο του δογματισμού τής «πρόκλησης για την πρόκληση», επειδή στο παρελθόν πέτυχε και φαίνεται ότι κι εδώ θα πετύχει.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, ο Αβρανάς αποδεικνύει καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ περίτρανα ότι οι επιρροές στην κινηματογραφική τέχνη είναι το κυριότερο μέσο διαιώνισης μιας ιδέας, συνδυασμένη με την έμπνευση του εκάστοτε δημιουργού, μόνο, όμως, αν ο τελευταίος έχει πλήρως κατανοήσει την πηγή έμπνευσής του και μπορεί να την χρησιμοποιήσει κριτικά κι εναλλακτικά στο νέο εγχείρημά του. Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, η προσπάθειά του να ενταχθεί με όσο το δυνατόν αμεσότερο τρόπο στο κίνημα του ελληνικού weird wave γίνεται πλήρως βεβιασμένα και πρόχειρα, χρησιμοποιώντας τους ηθοποιούς του σαν «αντικείμενα», όχι γιατί έχει κατανοήσει τη σκοπιμότητά τους για το δεδομένο φιλμικό κείμενο, αλλά ως προϊόντα «κακής απομίμησης» όλων των προηγούμενων δημιουργών έμπνευσής του.

Η Miss Violence του Αλέξανδρου Αβρανά, όσο κι αν κινηματογραφείται όμορφα προσπαθώντας να αναδείξει την ταυτότητα του σύγχρονου ελληνικού σινεμά και πετυχαίνοντας μεγάλη αναγνώριση στο εξωτερικό για την ενδιαφέρουσα οπτική της, στην πραγματικότητα είναι ένα φιλμ παγιδευμένο στις συμβάσεις που θεωρεί ως αντισυμβάσεις, και τα κλισέ που θεωρεί ως πρωτοτυπία του, λέγοντας κάτι που έχει ξαναειπωθεί, με τρόπο που έχει ξαναϊδωθεί. Ωστόσο, το έξυπνο κλείσιμο, ακόμα κι όταν όλα τα υπόλοιπα έχουν αποτύχει, αποδεικνύει ότι ο σκηνοθέτης ήθελε να εστιάσει στη διαιώνιση της διαδικασίας και όχι στην ίδια τη διαδικασία, όπως οι προκάτοχοί του, προσφερόμενο, όμως, ως μια τελευταία διαφυγή, καθώς η Miss Violence σαν ενιαίο σύνολο δεν φέρνει, εν τέλει, κινηματογραφικά την άνοιξη.

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *