2010s,  CINEMA,  CULTVILLE SPECIALS,  REVIEWS

Όταν η Suspiria του D. Argento Συναντά την Suspiria του L. Guandagnino (Μέρος 2ο) / Suspiria (2018) – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: Luca Guandagnino

Κρατώντας ως άξονα στο remake του μόνο την κεντρική ιστορία και τα πρόσωπά της κι αφήνοντας πίσω την neon cinematography αλλά και το giallo ύφος του προκατόχου της, η νέα Suspiria του Luca Guangagnino, επιχείρησε αυτό που ελάχιστα ριμέικ, στην ιστορία της κινηματογραφικής τέχνης, κατάφεραν ˙ να ενσαρκώσει στο 100% τον ορισμό του όρου remake, ως μια ταινία βασισμένη σε μια άλλη, αλλά με εντελώς ανεξάρτητη κι ανανεωμένη οπτική απέναντι στο αρχικό της υλικό.

Το εγχείρημα που κλήθηκε να φέρει εις πέρας ο Guandagnino, έχοντας ως βάση μια από τις πιο αγαπημένες του ταινίες τρόμου, έκρυβε εξ’ αρχής μια υψηλού βαθμού δυσπιστία από άτομα του χώρου αλλά και του κοινού, μιας και η Suspiria του Dario Argento αποτελεί ταινία-«σημείο αναφοράς» για την horror ιστορία, όμως η διεισδυτική κι εντελώς διαφοροποιημένη ματιά του Guandagnino απέναντι στους υπέροχους, αλλά «ανολοκλήρωτους» ήρωες της παλιάς Suspiria, υπήρξε και ο κυριότερος λόγος που η νέα Suspiria, είναι μια ανεξαρτητοποιημένη ταινία με «σάρκα και οστά» κι όχι ένα κοινότυπο, χωρίς έμπνευση «Σουσπριοειδές». Παρότι, ο Guandagnino δεν είχε σκηνοθετήσει στο παρελθόν ταινία τρόμου, δεν άργησε να προσαρμόσει το φιλμ του στο απόλυτα δικό του ύφος, δημιουργώντας αυτό που τόσα καλά ξέρει ˙ μια πολιτικοποιημένη, αλληγορική ιστορία για την αγάπη.

Λίγο από σουρρεαλισμό του Luis Bunuel, λίγο από Rainer Werner Fassbinder, εικόνες γεμάτες τρόμο και neo-noir αισθησιασμό μέσα από την ωχρή σινεματόγκραφυ στο κρύο, χειμωνιάτικο, βροχερό Βερολίνο και μικρές cult πινελιές, συνυπάρχουν αρμονικά στην απόδοση της κλασική ιστορίας μαγισσών, απορροφώντας τον θεατή σε έναν εφιαλτικό κόσμο αίματος, χορού και ατελείωτης τέχνης, από τον οποίο δύσκολα μπορεί να εξέλθει. Ήδη από τα πρώτα λεπτά του φιλμ, ο Guandagnino δείχνει αμεσότατα τις προκλητικές διαθέσεις του, χτίζοντας μια αιματηρή σεκάνς φόνου, με το κακό να αιωρείται στα πλάνα του απειλητικά, αποδεικνύοντας στον θεατή ότι δεν αστειεύεται.

Σε δεύτερο επίπεδο, όμως, και καθώς το φιλμ προχωρά, η καλλιτεχνική πρόκληση του Guandagnino εναρμονίζεται πλήρως με την σκοτεινή αποπλανητική του διάθεση, γεμίζοντας την οθόνη συναισθήματα που περιπλέκονται «επικίνδυνα» με την αίσθηση του διαρκούς «αόρατου κινδύνου», ο οποίος εμφανίζει μια διπολική χροιά. Έτσι, ενώ από τη μία ο θεατής αντιμετωπίζει γεμάτος καχυποψία τις καθηγήτριες της σχολής χορού , που είναι γνωστό εξ’ αρχής ότι είναι μάγισσες, οι διεισδυτικές πινελιές του Guandagnino στον χαρακτήρα της madame Blanc και της πρωταγωνίστριας Susie Bannion, καθώς και η μυστηριωδώς «στενή» σχέση μεταξύ τους, προσκαλούν τον θεατή διαρκώς να αμφιβάλλει για την μονοδιάστατη φύση του φιλμ που παρακολουθεί και τον εισάγουν στην ιδιαιτερότητα του σουρρεαλιστικού κόσμου της Suspiria.

Μήπως η ταινία δεν είναι απλώς μια ιστορία τρόμου αλλά μια ιστορία ενηλικίωσης που αποδόθηκε με το περικάλυμμα του τρόμου; Μήπως το παραμύθι των «Τριών Μητέρων» δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια εσωτερική αναζήτηση στα πάθη και τις αδυναμίες που δημιουργεί ο φασισμός στα παιδιά του, ξεκινώντας από τα πρότυπα και καταλήγοντας στα ένστικτα, τις σχέσεις και τελικά την επανάσταση; Ή μήπως τελικά, η πολιτική καταγγελία δεν σταματά εκεί, αλλά επεκτείνεται αλληγορικά κατά μήκος όλων των κύριων γεγονότων αυτού του φεμινιστικού, σκοτεινού, με δόσεις queer, παραμυθιού;

Απ’ ότι φαίνεται, εν τέλει, η Suspiria είναι λίγο από όλα αυτά, όμορφα κι ατμοσφαιρικά δεμένα κάτω από πολυδιάστατους χαρακτήρες που γνωρίζουν πολύ καλά να «παίζουν» με τις φράσεις και τις λεπτομέρειες, χειραγωγώντας το μυαλό του θεατή αλλά οδηγώντας με κάθε τρόπο στην μία και μοναδική έκβαση που λαμβάνει αυτή η ιστορία, με όποιον τρόπο κι αν προσεγγιστεί ˙ την απελευθέρωση από κάθε είδους φασισμό και την εσωτερική, ακολουθούμενη από την εξωτερική, επανάσταση. Βέβαια, παρά την αισιόδοξη έκβασή της ως ιστορία, η οπτική της για την έκβαση των πραγμάτων στην αληθινή ζωή, τόσο προσωπικά, όσο και πολιτικά, στέκεται κάθε άλλο παρά αισιόδοξη, τοποθετώντας την κεντρική ηρωίδα άλλοτε ευαίσθητη κι άλλοτε τιμωρό, ενώ αντίστοιχα καλλιεργεί την πολιτική ιδεολογία της ως υποστηρίκτρια της νοοτροπίας της ροής των πολιτικών γεγονότων ως ένας «φαύλος κύκλος»[1]. Όμως σε κάθε περίπτωση, η συναισθηματική λύτρωση επέρχεται πλήρως, ακόμα κι αν τα μέσα που χρησιμοποιεί ο Guandagnino πλησιάζοντας στη λήξη, γίνονται άλλοτε πιο επιδεικτικά κι άλλοτε πιο μελοδραματικά.

Η σύγχρονη Suspiria, πέρα από τις σεναριακές προεκτάσεις της, καταφέρνει να αγκαλιάσει την έμπνευσή της πιο θερμά από ποτέ, γεμίζοντας το έργο με σινεφίλ αναφορές στο δημιούργημα του Argentο, αλλά με ένα πολύ διαφοροποιημένο σκηνοθετικά τρόπο, που αποτελεί από μόνος του έναν ύψιστο φόρο τιμής στον προκάτοχό του. Η neonoir φύση των γυναικείων χαρακτήρων, κυρίως της Blanc, ολοκληρώνει την αναδρομή του Guandagnino στις επιρροές του, παραδίδοντας ένα έργο ύψιστης αισθητικής, κινηματογραφικής και καλλιτεχνικής αξίας, που παρά τις ατέλειές του, συνιστά έναν απόλυτα δικό του κόσμο, περιμένοντας τον θεατή να εξερευνήσει τα «αιματηρά» μονοπάτια της ψυχοσύνθεσης των χαρακτήρων του και να βρεθεί σε απόσταση «αναπνοής» από το αισθησιακό «κακό» του.  


[1] Ο λόγος της Susie απέναντι στη madame Blanc: “Why is everyone so ready to think that the worst is over”(μτφ. «Γιατί όλοι είναι τόσο πρόθυμοι να πιστέψουν ότι το χειρότερο έχει περάσει»)?

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *