2010s,  CINEMA,  CULTVILLE SPECIALS,  REVIEWS

Μια Διεισδυτική Ματιά στους Χαρακτήρες της Ευνοούμενης του Γιώργου Λάνθιμου

Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος

Παρατηρώντας την πιο «απλή» φαινομενικά και λιγότερο αντισυμβατική ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, το The Favourite πλαισιώνει υπό κάθε οπτική τον ορισμό του «φιλμ χαρακτήρων», ενώ τα μοτίβα στα οποία εισέρχεται προκειμένου να προσεγγίσει το ανθρώπινο είδος – γι’ ακόμη μια φορά με κυνικό τρόπο – περιπλέκονται επικίνδυνα, επεκτείνοντας σε βάθος το περικάλυμμα μαύρης φαρσοκωμωδίας με το οποίο έχει «σερβιριστεί». Με τον Κιούμπρικ να αποτελεί την μόνιμη και παντοτινή επιρροή του σκηνοθέτη συνδυασμένη με έντονες πινελιές Ingmar BergmanΚραυγές και Ψίθυροι (1972) – και «Λανθιμική» επίγευση, η Ευνοούμενη επιχειρεί να αποδώσει με κάθε οπτική λεπτομέρεια το προσφιλές στο ευρύ κοινό θέμα της, φροντίζοντας όμως να κρατήσει το καλύτερο για το… τέλος!

Όλα ξεκινούν από ένα σύμπαν χαρακτήρων έξυπνα κατασκευασμένων, προβάλλοντας τα κρυφά τους χαρτιά «τόσο… όσο», με την ψυχολόγησή τους να προσφέρει πρόσβαση στον θεατή στα πιο κρυφά πάθη κι αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης. Τρεις γυναίκες τόσο ισχυρές, όσο και ανίσχυρες ταυτόχρονα, αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με την μια να τρέφεται αχόρταγα από την δυστυχία της άλλης κυνηγώντας δόξα, εξουσία ή απλώς… αγάπη.

Η κωμικοτραγική και συνάμα «Μπεργκμανική» βασίλισσα Anne, προσφέρει άφθονη τροφή για γέλιο στον θεατή, χωρίς να ξεχνά να γίνεται γλυκόπικρη, συναισθηματική έως και δραματική. Κρυμμένη πίσω από το πολυτελέστατο image της εξουσίας της και με υπόβαθρο την σκληρή και «άβια» ζωή της, δεν ενσαρκώνει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ένα αδύναμο «βρέφος», εξαρτώμενο από τους άλλους, τόσο για την ανικανότητά της να βρίσκεται στην αντίστοιχη θέση κύρους, όσο και για την ανάγκη της να αγαπηθεί και να αγαπήσει. Επειδή, όμως, στο σύμπαν της Ευνοούμενης οι ήρωες μάχονται με την ανθρώπινη φύση μέσα από την πιο απάνθρωπη μορφή της, η Anne δεν είναι η ηρωίδα που θα ξεπεράσει τα πάθη της μέσα από την συναναστροφή της με τους σωστούς ανθρώπους, αλλά θα γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης, εκδηλώνοντας την πιο εξαθλιωμένη εικόνα της στο μέγιστο επίπεδο.

Η Sarah Churchill (Rachel Weisz), άμεσα αναμειγμένη με την πολιτική εξουσία και παρατηρώντας τον εύπλαστο κι ευκολόπιστο χαρακτήρα της Anne, αρπάζει την ανάγκη της για αγάπη ως κίνητρο, εγκαθιδρύοντας μια δική της μοναρχία, με κύριο της όπλο την αποπλάνηση και την διέγερση των σεξουαλικών αναγκών της βασίλισσας με τον πιο αισθησιακό τρόπο. Έτσι, ενόσω η παγιδευμένη Anne τρέφεται από την εκπλήρωση των ανθρώπινων αναγκών της κυνηγώντας την πλήρωση του συναισθηματικού «κενού» της, η Sarah απολαμβάνει την εξουσία που ασκεί επάνω της αλλά και πάνω σε όσους την εξουσίαζαν πριν καταλήξει σε αυτή την «ευνοϊκή θέση».

Ίσως, όμως, ακόμα και μέσα από αυτό το τόσο προφανές και «άψυχο» παιχνίδι εξουσίας, το πραγματικό κίνητρο της ηρωίδας βρίσκεται σε κάτι βαθύτερο, συλλογικό και κοινωνικό. Η επανάστασή της απέναντι στην ανδροκρατία και την αδυναμία βούλησης της γυναίκας σε μια κατεστραμμένη κι αιματηρή, πολεμική Βρετανία, δεν εμφανίζονται μόνο από τις ηγετικές κι απολυταρχικές τάσεις της, όσο κι από τις καθημερινές της συνήθειες και την παθολογική της αφοσίωση στον σκοπό της. Λογικό, αν σκεφτεί κανείς το δέλεαρ της δύναμης για μια γυναίκα που μεγάλωσε ως «ζώο» και ξαφνικά έφτασε, μέσα από μια σειρά τυχαίων γεγονότων, να συνειδητοποιεί τη δύναμή της και να την χρησιμοποιεί, όχι μόνο για να ανέλθει υπέρ του εαυτού της, αλλά και να «παρασιτεί» εις βάρος των άλλων.

Σε ένα αντίστοιχο κλίμα καλλιεργήθηκε και ο διχαστικός αλλά πολύπλευρος χαρακτήρας της Abigail Masham (Emma Stone), η οποία όχι μόνο υποβλήθηκε, από τον ίδιο τον οικογενειακό της περίγυρο κι από πολύ νωρίς, σε μια σκληρή κι απάνθρωπη ζωή, αλλά καλλιέργησε μέσα από ηθικά διλήμματα έναν πολύ χειρότερο εαυτό, εξολοθρεύοντας την Sarah, ενώ ταυτόχρονα «πάτησε» γερά στην, ενός βαθμού, ταύτιση μαζί της. Με τις δύο ηρωίδες να περνούν από ένα στάδιο αλληλεπίδρασης κι αρμονικής συνεργασίας μέχρι τον κλιμακούμενο ανταγωνισμό και τελικά απέχθεια μεταξύ τους, η Abigail υπήρξε σχεδόν σε όλο το έργο το μοχθηρό «αουτσάιντερ» που παρακολουθούσε και ποτέ δεν έπραττε, μέχρι να φτάσει στην θέση να χρησιμοποιήσει όλες τις γνώσεις της μαζεμένες, χτυπώντας τους αντιπάλους της αλύπητα. Βλέποντας ανοιχτά πλέον την βασίλισσα Anne ως τον αδύναμο κρίκο της αλυσίδας που «ζητιάνευε» ακόμα και στους τοίχους την παραμικρή σταγόνα αγάπης, η Abigail προσέφερε στη βασίλισσα αυτό που ονειρευόταν, εισερχόμενη άμεσα στο κυνήγι εξουσίας που τόσο καιρό έπαιζε η Sarah, αλλά με πολύ πιο έμμεσο και υπόγειο τρόπο.

Με την Abigail να έχει εξολοθρεύσει την αντίπαλό της Sarah και την βασίλισσα να αποδυναμώνεται όλο και περισσότερο, ο θεατής εισέρχεται στο τελευταίο μέρος της Ευνοούμενης, με τον Λάνθιμο να υπενθυμίζει με κάθε τρόπο την κυνική κι αποκρουστική έκβαση κάθε ανθρώπινου ήρωα του φιλμ του. Χωρίς έλεος, ανθρωπιά ή αισιοδοξία, η τελική «Μπεργκμανική» αριστουργηματική σεκάνς της Ευνοούμενης, κρύφθηκε ύπουλα στο μυαλό των θεατών, προκαλώντας τους διαρκώς να αναρωτηθούν τι ήταν αυτό που είδαν, με το μοντάζ να ξεδιπλώνει την τέχνη του και τις σιωπές να βροντοφωνάζουν επιθετικά ρητορικά ερωτήματα. Ποια ήταν τελικά η βασίλισσα και ποια η Ευνοούμενη; Ποιος ο νικητής και ποιος ο χαμένος; Ποιος ο δυνατός και ποιος ο αδύναμος; Αλλά το κυριότερο ˙ όταν ένας δυνατός εκμεταλλεύεται τον αδύναμο, γίνεται πιο δυνατός ή μήπως κι εκείνος ακόμα πιο αδύναμος;

Με την λήξη του έργου οι ήχοι σιωπούν, οι εικόνες μιλούν από μόνες τους, τα ευρυγώνια, εντυπωσιακά, γλαφυρά πλάνα του Λάνθιμου σταματούν και οι χαρακτήρες «ανοίγουν», για πρώτη φορά με άμεσο τρόπο, την καρδιά τους στον θεατή, υπενθυμίζοντας πως καθ’ όλη την διάρκεια της «διασκαδαστικής» ταινίας και οι τρεις ήταν εκεί, μόνο που τώρα είναι πλέον πολύ αργά για να σταματήσει κανείς τον τελειωτικό εξευτελισμό, ενός ανθρώπινου είδους που όσο αναπαράγεται ή εξελίσσεται γίνεται πιο «ζωώδες» από ποτέ. 

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *