2010s,  CINEMA,  REVIEWS

Η Ποιότητα του Ψυχαγωγικού Χόλλιγουντ στο El Royale – Review

Σκηνοθεσία: Drew Goddard

Κινούμενος σε «Ταραντινικούς» ρυθμούς και υποσχόμενος μια ταινία με τους ήχους από πιστόλια να αντηχούν στην ατμόσφαιρα και το αίμα να γεμίζει «πιτσιλιές» την κάμερα, ο Drew Goddard δημιουργεί ένα φιλμ άκρως διασκεδαστικό με γκανγκστερικό tempo και κωμικά επικριτική διάθεση, προσεγγίζοντας έτσι περισσότερο τους φαν του σινεμά του εμπνευστή του, Quentin Tarantino. Neon χρώματα, υπέροχα καδραρισμένα πλάνα και μια μικρή δόση neonoir αρκούν για να δώσουν πιο σύγχρονη και προσωπική ταυτότητα, σε μια ταινία που δεν παίρνει σχεδόν ποτέ σοβαρά τον εαυτό της, καταφέρνοντας έτσι να πείσει τον θεατή από την ψυχαγωγική διάθεση της.

Ήδη από τα πρώτα πλάνα, το κοινό εισάγεται σε ένα «παιχνίδι υπόπτων» αλα Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρες, με image The grand Budapest hotel, με τους ήρωες-καρικατούρες να κάνουν τις συστάσεις τους κι έναν φόνο να λαμβάνει χώρα στο ξενοδοχείο El Royale. Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται αργότερα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, χρησιμοποιώντας μια έξυπνη αφηγηματική τεχνική για να αποδώσει μια απλή, στην πράξη, ιστορία. Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο καταφέρνει να προσδώσει πολυπλοκότητα στο τόσο απλό στόρυ, αλλά αναπτύσσει σταδιακά και ισάξια το υπόβαθρο των χαρακτήρων περιγράφοντας τα προσωπικά τους κίνητρα που θα εκμεταλλευτεί στη συνέχεια για την πορεία και την έκβαση του φιλμ.

Μέσα σε αυτό το ατμοσφαιρικό παιχνίδι δολοπλοκίας κι αίματος, οι κοινωνικοί υπαινιγμοί και η κριτική διάθεση δηλώνουν σαφέστατα το παρόν τους, άλλοτε βροντοφωνάζοντας στον θεατή κι άλλοτε παραβρισκόμενες πιο διακριτικά στο προσκήνιο του κόσμου του Drew Goddard. Ουσιαστικά η προσωπική κριτική του απέναντι στη βία, που εμφανίζεται στο φιλμ σε κάθε μορφή της, αντιπροσωπεύεται από έναν φακό που σατιρίζει με βίαιο περιεχόμενο την κατάσταση αυτή, καθιστώντας την ως την βαθύτερη βάση για κάθε επιμέρους ιστορία που περιγράφεται αλλά επιμελούμενη και την παραμικρή λεπτομέρεια που κρύβεται στα πλάνα και τα γεγονότα της ταινίας[1].

Μεταβαίνοντας, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμα και σε πιο μελοδραματικά μονοπάτια, που είναι και οι μοναδικές στιγμές που το φιλμ φαινόταν να ξεχνά την ταυτότητά του και να υπερτιμά τον εαυτό του, το Bad times at El Royale υπόσχεται ένα διασκεδαστικό πλέγμα από καρικατούρες σε μια ιστορία μυστηρίου που περιπλέκεται έντονα από ένα σύγχρονο, φωτεινό και χρωματιστό κινηματογραφικό κόσμο, με τις ποικίλες αναφορές του και την επικριτική χροιά του. Μπορεί στην πράξη το τελικό αποτέλεσμα να μην εντυπωσιάσει σε κάθε επίπεδο ακόμα και τον πιο απαιτητικό θεατή, όμως η αλληλεπίδραση της διαφορετικότητας των κινηματογραφικών χαρακτηριστικών που συνυπάρχουν σε αυτό το δημιούργημα, διεκδικεί σίγουρα μια θέση στην λίστα των ποιοτικών ταινιών ψυχαγωγίας στο Χολλιγουντ, που τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει παντελώς εκλείψει.

[1] Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα οι αναγγελίες ειδήσεων βίαιων γεγονότων στο ραδιόφωνο.

Trailer:

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *