2010s,  CINEMA,  REVIEWS

High Life της Claire Denis και η Υπαρξιακή Αναζήτηση του Ανώτερου Ανθρώπου – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: Claire Denis

H επιστροφή της Claire Denis στο μεγάλο πανί με το μυστηριώδες, υπαρξιακό High life, σηματοδότησε την εγκαθίδρυση ενός project που η σκηνοθέτις καταπιανόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της κινηματογραφικής της πορείας, σε ταινία μεγάλου μήκους, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη πλέον οπτική του προβληματισμού της πάνω στην εξέλιξη της ανθρώπινης φύσης. Με σαφείς παραπομπές στο σύγχρονο γαλλικό New French Extremity, το High life είναι μια grotesque Οδύσσεια του διαστήματος, με νότες σκοτεινού θρίλερ, που ναι μεν προσπαθεί να σοκάρει απροκάλυπτα, αλλά καταφέρνει να διεισδύσει στο μυαλό των θεατών, διεγείροντας την περιέργειά τους με αρκετά ύπουλο τρόπο.

Η Denis αφήνει την ταινία της να εκφραστεί σιωπηλά κάτω από τους μυστήριους και σκοτεινούς ήχους του χαοτικού σύμπαντος και με μόνη βάση (τοπικά και χρονικά) ένα «Κιουμπρικικό» διαστημόπλοιο. Οι διάλογοι είναι περιορισμένοι αλλά οι εικόνες αφθονούν, αρκώντας, μαζί με τους στοιχειωτικούς ήχους, για να καλλιεργήσουν το αινιγματικό περιβάλλον μιας δυστοπικής αλληγορίας. Ο χρόνος κυλά αργά και μη γραμμικά, χωρίς να γίνεται σαφής η ταχύτητα με την οποία ρέει ανάμεσα στα γεγονότα, δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο στις εντυπωσιακές εικόνες να πλημμυρίσουν την οθόνη με χρώματα και σύμβολα.

Ο κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο κινείται το φιλμ γίνεται γνωστός ήδη από τις πρώτες σεκάνς όταν ο Monte (Robert Pattinson) μονολογεί στην κόρη του ως μωρό, ολοκληρώνοντας τη ρήση του με την λέξη «ταμπού». Είναι ο όρος τον οποίο πρέπει εκείνη να μάθει καλά, αλλά και που η ίδια η σκηνοθέτις προκαλεί τον θεατή να γνωρίσει εξαιρετικά καλά, καθώς ένα μεγάλο μέρος των γεγονότων που ακολουθούν, περιγράφονται απόλυτα από την λέξη αυτή. Η ένταξη μάλιστα μιας σειράς από τόσο επιφανειακές δράσεις ή συνήθειες σε μια ομάδα «απροσάρμοστων» χαρακτήρων, ωθώντας τους όχι μόνο να τις υιοθετούν αλλά να τρέφονται από αυτές, συνιστά μια ειρωνική οπτική για την φειδωλή πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης.

Οι ήρωες της Denis, λειτουργούν πιο πολύ ως φιγούρες που υποπίπτουν με τον πιο ωμό, έως και αποκρουστικό, τρόπο στα σφάλματα και τις αδυναμίες τους, σκηνοθετημένοι «μόνοι» με φόντο το «άπειρο», σε πλάνα σκοτεινά, με κατά τόπους σύγχρονες neon αποχρώσεις. Ενταγμένοι σε αυτό το υπερσύγχρονο κινηματογραφικό σύμπαν, οι χαρακτήρες της Denis αντιτίθενται στις προσδοκίες για μια ομάδα homo sapiens, καταλήγοντας να συμπεριφέρονται σχεδόν ως «Νεάντερνταλ», προκειμένου να ικανοποιήσουν τις ενστικτώδεις και πλήρως σαρκικές ανάγκες τους. Έντονες πινελιές βίας, με άπλετη σεξουαλική ένταση διάχυτη σε όλες τις σεκάνς και με κατά κανόνα απουσία συναισθήματος – σαν οι χαρακτήρες να διακατέχονται μόνο από αισθήματα και καθόλου από συν-αισθήματα – κυριαρχούν στο μεγαλύτερο τμήμα του High life, με αποτέλεσμα οι μετρημένες στα δάκτυλα στιγμές ανταλλαγής συναισθημάτων, μεταξύ πατέρα και κόρης, να ξεχωρίζουν περίτρανα, υποβοηθούμενες κι από τις εναλλαγές της cinematography του ‎Yorick Le Saux.

Έτσι, πλησιάζοντας προς το τέλος του φιλμ, η καταγγελία της Denis στην απάνθρωπη πραγματικότητα των «εξελιγμένων» ηρώων της, «φωτίζεται» και αναγεννιέται, ενώ το σκότος της Μαύρης Τρύπας που παραμονεύει για το επόμενο θύμα της, αμβλύνεται από την μικρή λωρίδα φωτός που την περιβάλλει. Δεν είναι μόνο ένα οπτικά καλλιτεχνικό δημιούργημα μιας σκηνοθέτιδος που φιλοσοφεί για την τραγική οπισθοδρόμηση του ανθρώπινου είδους – σε σημείο που μπορεί να συγκριθεί με σκυλιά που αναπαράγονται ακατάπαυστα και κατασπαράσσουν αδυσώπητα το ένα το άλλο – αλλά επιπλέον και ο τρόπος της να προσδώσει μια πιο αισιόδοξη χροιά στην έκβαση της «αλλόκοτης» αφήγησής της. Το φως, εξάλλου, στην τελική σεκάνς του έργου, δεν στέκεται ούτε στο ελάχιστο επικριτικό απέναντι στους βασανισμένους και «ώριμους» πλέον ήρωες του High life. Τουναντίον, τους προσφέρει τη λύτρωση που αξίζουν, όταν μέσα στην απόλυτη πλέον μοναξιά τους, κατάφεραν επιτέλους να σπάσουν το «ταμπού» και να γίνουν «διαφορετικοί».

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *