THEATRE

Ένας Διαφορετικός Shakespeare στο Όνειρο Καλοκαιρινής νύχτας του Α. Χειλάκη

ΜετάφρασηΓιώργος Μπλάνας
ΣκηνοθεσίαΑιμίλιος Χειλάκης – Μανώλης Δούνιας
ΜουσικήΚωνσταντίνος Βήτα
Σκηνικά – ΚοστούμιαΤέλης Καρανάνος – Αλεξάνδρα Σιάφκου
ΦωτισμοίΝίκος Βλασόπουλος
ΚίνησηΑντωνία Οικονόμου
Βοηθός ΣκηνοθετώνΔημήτρης Κακαβούλας

Ηθοποιοί: Αιμίλιος Χειλάκης, Βλαδίμηρος Κυριακίδης, Αθηνά Μαξίμου, Μιχάλης Σαράντης, Αλέξανδρος Βάρθης, Λένα Δροσάκη

Σε κωμική, που τείνει προς σαρκαστική, διάθεση κινήθηκε φέτος ο Αιμίλιος Χειλάκης, στη δεύτερη σκηνοθεσία του μετά την περσινή Αντιγόνη και σε συνεργασία με τον Μανώλη Δούνια, επιλέγοντας αυτή τη φορά ένα από τα σπουδαιότερα έργα του William Shakespeare, το Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας. Ξεκινώντας από την ιστορία μιας καλλονής που προσπαθεί να διεκδικήσει τον έρωτά της ενάντια στη θέληση του πατέρα της, με υπόβαθρο την αρχαία Αθήνα του Αιγέα, ο Shakespeare περιπλέκει δύο ακόμα παράλληλες ιστορίες, δημιουργώντας ένα ποίημα για την τέχνη, το φεμινισμό, τον έρωτα και τη θέση του ανθρώπου ενάντια στη φύση.

Μια μεγάλη ποικιλία διαφορετικών χαρακτήρων, με πολύ συγκεκριμένο σκοπό ο καθένας, ήταν η κυριότερη δυσκολία με την οποία θα ερχόταν αντιμέτωπος ο Αιμίλιος Χειλάκης στην οπτικοποίηση αυτού του έργου, όπως και κάθε άλλος σκηνοθέτης, άλλωστε, που θα επέλεγε να πραγματοποιήσει αυτό το εγχείρημα. Με πινελιές σύγχρονου θεάτρου, neon σκηνικά, φωτάκια lazer και ηλεκτρονική μουσική, ο Χειλάκης επέλεξε να προσδώσει μια πιο σύγχρονη χροιά στο κλασικό θεατρικό του Άγγλου συγγραφέα, επιτρέποντας με έναν πιο προσωπικό τρόπο στους χαρακτήρες του να αφήσουν μια εναλλακτική διάθεση επί σκηνής.

Ο διασκεδαστικός και παραμυθένιος κόσμος των ξωτικών μετατρέπεται σε ένα dark, σουρρεαλιστικό σύμπαν δαιμόνων, «ντυμμένο» στις αποχρώσεις της νύχτας και του μεταφυσικού τρόμου. Απ’ την άλλη, ο κωμικοί, ατάλαντοι καλλιτέχνες του θιάσου που ετοιμάζουν την παράστασή τους για το γάμο του βασιλιά Αιγέα, εμφανίζονται πιο πολύχρωμοι από ποτέ γεμάτοι χιουμοριστικές ατάκες κι έτοιμοι να επικοινωνήσουν με το κοινό τους. Και πράγματι, το κοινό ανταποκρίθηκε ιδιαίτερα στο πιο «ελληνοποιημένο» και βατό χιούμορ του έργου, διασκεδάζοντας μέχρι τελικής πτώσεως με τις αντιδράσεις και τα λεγόμενα του Πάτου.

Ωστόσο, η πιο προσφιλής προς το κοινό οπτική των συντελεστών, δεν αρκέστηκε μόνο στο υπερβολικά κωμικό της στοιχείο, αλλά επεκτάθηκε και σε μια σειρά από διαφοροποιήσεις, σε σχέση με το αρχικό υλικό, δίνοντας «στο πιάτο» ένα  πλήθος μηνυμάτων προκειμένου οι χαρακτήρες να γίνουν πιο κατανοητοί. Ο Αιγέας του Shakespeare που ευαισθητοποιείται από την επιθυμία του ανθρώπου να κυνηγά τα πάθη του και να εκφράζεται μέσω της τέχνης του, δίνει τη θέση του σε έναν σκληρό πατριαρχικό ηγέτη που επιβάλλει την ηγεμονία του στην μέλλουσα σύζυγό του και υποστηρίζει με σατυρικό τρόπο τον πατριαρχικό νόμο του, μέχρι τέλους. Η πιο φλατ και μονοδιάστατη Ιππολύτη του Shakespeare που συμπάσχει σιωπηλά με την Ερμία αλλά κατακρίνει επιδεικτικά την ανικανότητα του θιάσου, εμφανίζεται ως η καταπιεσμένη «σκλάβα» που «διδάσκει» τον Αιγέα ευαισθησία και φεμινισμό. Απ’ την άλλη ο εκδικητικός αλλά κατά βάθος ευαίσθητος Όμπερον, ο βασιλιάς των ξωτικών, παίρνει σάρκα και οστά ως ένα δαιμονικό ξωτικό-«απομίμηση» του σκληρού Αιγέα, ανίκανος να προσφέρει στον θεατή την «συμπάθεια» που αναζητά στην αντι-ηρωική αυτή φιγούρα του Shakespeare.

Η εκδοχή αυτή του Όνειρου καλοκαιρινής νύχτας, παρά την εκθαμβωτική εικόνα της, δεν υπόσχεται τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια καλοκαιρινή, ευχάριστη παράσταση που διηγείται με «εύπεπτο» τρόπο μια όμορφη ιστορία για την αγάπη, προσφέροντας στους θεατές άφθονο θέαμα για να διασκεδάσουν με πινελιές διδακτισμού. Παρότι το πρωτότυπο κείμενο υπογράφει ο William Shakespeare, υπενθυμίζω να μην παρασυρθείτε και να θυμηθείτε την αυτοαναφορική φράση που ο ίδιος ο Shakespeare παρέθεσε στο έργο του δια στόματος Αιγέα: «Οι ηθοποιοί είναι κι αυτοί άνθρωποι. Ακόμα και οι χειρότεροι ηθοποιοί μπορούν να φανούν οι καλύτεροι αν το κοινό έχει φαντασία»![1]

[1] Μεταφορά του πρωτοτύπου σε σύγχρονα αγγλικά: Plays are only actors pretending to be people. Even the worst are good if the audience has imagination.

Πρωτότυπο: The best in this kind are but shadows; and the worst are no worse, if imagination amend them.

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *