CINEMA,  CULTVILLE SPECIALS

Εκεί που ο Οιδίποδας Συναντά τη Στέλλα και τη Στρέλλα

Από την ταινία “Στέλλα” του Μιχάλη Κακογιάννη.

«Όταν το ελληνικό σινεμά αναγνωρίζει τις ρίζες του, μπορεί να δημιουργήσει σπουδαίες ταινίες». Η άποψη αυτή είναι αυταπόδεικτη αν αναλογιστεί κανείς τις ρίζες της Στέλλας του Μιχάλη Κακογιάννη ή της Ευδοκίας του Αλέξη Δαμιανού, αλλά και όλων των σπουδαίων Ελληνίδων γυναικών που έφτασαν να αποτελούν σημείο αναφοράς για τις σύγχρονες μεγάλες κυρίες του ελληνικού σινεμά, όπως η Στρέλλα του Πάνου Κούτρα. Η αρχαία τραγωδία, ένα σήμα κατατεθέν για την ελληνική κουλτούρα και πηγή έμπνευσης δημιουργημάτων για την παγκόσμια, πλέον, τέχνη, είναι ικανή να διαμορφώνει, παραλλάσσει και υποστηρίζει κινηματογραφικούς ήρωες κάθε γενιάς, είτε υπακούοντας απόλυτα στις αρχές και τη δομή που τη διέπουν, είτε συνεισφέροντας σε ανθρώπινο επίπεδο, προσφέροντας τους υπέροχους χαρακτήρες που κοσμούν τις αρχαίες αυτές ιστορίες.

Η “Στέλλα” του Μιχάλη Κακογιάννη στο φινάλε της ταινίας.

Η Στέλλα του Κακογιάννη, είναι μια ταινία κλασική τόσο για το ελληνικό όσο και για το παγκόσμιο σινεμά, ακολουθώντας τη ζωή μιας αντισυμβατικής ηρωίδας η οποία τιμωρείται ως το πλέον τραγικό πρόσωπο του έργου. Στο πρόσωπο της Στέλλας, ο Κακογιάννης δεν ασκεί μόνο κοινωνική κριτική στην παρωχημένη ελληνική ιδεολογία περί κοινωνικών τάξεων. Ούτως ή άλλως, το ελληνικό σινεμά, όπως αποδείχθηκε, βρήκε στέγη κυρίως στην αστική και μικροαστική τάξη, εντυπωσιάζοντας με τις καθημερινές ιστορίες των απλών ανθρώπων του. Η Στέλλα, ήταν ακριβώς αυτό ˙ μια «θνητή» καθημερινή γυναίκα που διεκδικούσε το «θέλω» της από το «πρέπει» της κοινωνικής συνείδησης, χωρίς να αντιβαίνει με τα «πρέπει» της δικιάς της ηθικής συνείδησης. Μαζί με αυτά, ωστόσο, φέρει και την ενσάρκωση μιας απόλυτα συναισθηματικής ευτυχίας, η οποία δεν συμβιβάζεται με την μονοδιάστατη, κοινωνική επιβολή, αλλά με τη δύναμή της ως άνθρωπος και ως γυναίκα, να καθορίζει εκείνη τις επιθυμίες της, καθώς αναδύεται από την ηθική «φτώχεια» της Αθήνας, παρά την μη ευκατάστατη θέση της.

Από τη “Στέλλα” του Μιχάλη Κακογιάννη.

Η Στρέλλα από την άλλη δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια Στέλλα τοποθετημένη στη σύγχρονη Αθήνα, την πόλη που, μετά από μισό αιώνα περίπου που χωρίζει χρονολογικά τις δύο ταινίες, τρέφεται από τα σκουπίδια της και μολύνει τους ανθρώπους της με τον «ηθικό καθωσπρεπισμό» της. Είναι μια Στέλλα γεμάτη τρέλα, συγκλίνοντας στο πρόσωπό της την προκάτοχο ηρωίδα της με τον Σοφόκλειο Οιδίποδα Τύραννο και αποτελώντας συνδετικό κρίκο του αρχαίου, με το νέο και το κλασικό. Η δομή της αρχαίας τραγωδίας είναι παρούσα τόσο στη Στέλλα όσο και τη Στρέλλα, μόνο που ο Κούτρας επιλέγει να μην υποτάξει την ηρωίδα του στα ταμπού που την περιβάλλουν, εξέρχοντας από την σφαίρα της τραγωδίας στο φινάλε και λυτρώνοντας την «τραγική ηρωίδα του», αφού η ίδια η ζωή της αποτελεί από μόνη της μια τιμωρία.

Από την “Στρέλλα” του Πάνου Κούτρα.
“Οιδίπους Τύραννος” με πρωταγωνιστή τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη.

Παρότι η λύτρωση στην αρχαία τραγωδία επικεντρώνεται στον θεατή κι επέρχεται με την εξασφάλιση της κοινωνικής ή «ηθικής» δικαιοσύνης, ο Κούτρας στη Στρέλλα του, αφήνει απόλυτη ελευθερία στον θεατή του για τον αν θα λυτρωθεί ή όχι, επιλέγοντας να γίνει ανθρώπινος και υποστηρίζοντας την ηρωίδα του μέχρι τέλους. Η στάση του δεν κρύβει ηθικολογική απελευθέρωση με κάποιο υποκριτικό ή προκλητικό δόλο, αλλά ηθικολογική απελευθέρωση από την έννοια του «ήρωα», καθώς το σύγχρονο σινεμά τούς έχει σχεδόν πλήρως αποδομήσει από την κλασική τους έννοια που συναντάται στην αρχαία τραγωδία αλλά και στα παλαιότερα έργα του παγκόσμιου σινεμά. Όπως η Ιοκάστη αποδέχθηκε τον Οιδίποδα γι’ αυτό που είναι, πριν το τέλος της ζωής της στο έργο του Σοφοκλέους, έτσι και ο Κακογιάννης αποδέχεται τη Στέλλα του γι’ αυτό που είναι, ζητώντας απεγνωσμένα λύτρωση από τα δεινά που την περιβάλλουν κι απελευθέρωση από τους ηθικούς φραγμούς που την περιτριγυρίζουν ˙ την απελευθέρωση αυτή που, εν τέλει, μόνο ο Κούτρας προσέφερε στην ηρωίδα του.

Η Αρχαία Αθήνα του Σοφοκλή ήταν η Αθήνα της εσωτερικής αναζήτησης και του υπαρξισμού. Η Αθήνα του Κακογιάννη, ήταν η Γυναίκα της απλότητας που αναδυόταν μέσα από την κοινωνική και οικονομική παρακμή της. Ενώ, τέλος, η Αθήνα του Κούτρα ήταν και είναι μια τρανς Γυναίκα που ζει από τα σκουπίδια της και τρέφεται από τα συναισθήματα και την τέχνη της. Γιατί αυτή την Ελλάδα αγκάλιαζε κι αγκαλιάζει το ελληνικό σινεμά ˙ την Ελλάδα που επαναστατεί στη μιζέρια της χάρη στους όμορφους ανθρώπους της.

“Στρέλλα” του Πάνου Κούτρα
Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *