2010s,  CINEMA,  REVIEWS

Ο Ιρλανδός του Martin Scorsese: Μεταμοντέρνος ή Οπισθοδρομικός; – Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία: Martin Scorsese

Την επιστροφή του στη μεγάλη οθόνη μετά το διχαστικό The silence (2017), σημάδεψε ο Martin Scorsese, αυτή τη φορά με το είδος που τον κατέστησε έναν από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς σκηνοθέτες στο κινηματογραφικό στερέωμα, που δεν είναι άλλο από τα gangster movies, που ρίζωσαν στον αμερικάνικο κινηματογράφο αρχές της δεκαετίας του ‘30 και τον ανέδειξαν ακόμα περισσότερο τις δεκαετίες ‘60-‘90. Το γκάνγκστερ, είδος «θεμέλιο» για το Αμερικάνικο όνειρο και την ιδεαλιστική ηρωοποίηση στο αμερικάνικο σινεμά, έχει αποδομηθεί ήδη από την δεκαετία του ’90 για την ουτοπική νοοτροπία του και τρόπο ζωής που προέβαλε, με τα βασικά του χαρακτηριστικά, ωστόσο, να μην παύουν ποτέ να αποτελούν σημεία διατήρησης του είδους ακόμα και στη σύγχρονη εποχή.

«Όλοι οι άνθρωποι μπορούν να πετύχουν αρκεί να δουλέψουν σκληρά», μια θεωρητική βάση άκρως ενθαρρυντική για τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους της αμερικανικής κοινωνίας, θαυμάζοντας την εφευρετικότητα κι επαναστατικότητα που αναδυόταν μέσα από τους κύριους χαρακτήρες του γκανγκστερ είδους, που προσέφεραν ένα επίπεδο ταύτισης λόγω της λιτής ανθρώπινης φύσης τους, κι ένα ύψιστο επίπεδο λύτρωσης στους θεατές, λόγω της κοινωνικής καταξίωσής τους. Αυτή η ιδεαλιστική ουτοπία, ωστόσο, μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει σε αποπροσανατολιστικά αποτελέσματα για τον ρεαλιστικό αντίκτυπο των συγκεκριμένων ψυχοσυνθέσεων, ιδιαίτερα σε μια κοινωνία σύγχρονων προδιαγραφών, κάτι που ο Martin Scorsese, ήδη από το 1976 με το Taxi driver, φρόντισε να καταπιαστεί και να καταγγείλει ανοιχτά, μέσα από μια λεπτομερή ψυχογράφηση ενός φασιστικού, ημι-γκανγκστερικού προτύπου.

Τώρα, το 2019, κι έχοντας στη διάθεση του τον ίδιο ερμηνευτή για τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα του, και πάντα αγαπημένο του Robert DeNiro, επιχειρεί μια ακόμη αποδόμηση της βίαιης και ψευτο-επαναστατικής φιλοσοφίας του γκανγκστερικού ηρωισμού, αυτή τη φορά μέσα από ένα ταξίδι σινεφίλ αναφορών στο είδος και μια πολύωρη ιστορία, που υποπίπτει εσκεμμένα στα κλισέ της, για να τα απομυθοποιήσει κοινωνικά, ουμανιστικά και υπαρξιακά κατά την έκβασή της. Οι συμβάσεις που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις των προσώπων ακολουθούνται κατά γράμμα στις δυόμιση από τις τρεισήμισι ώρες του έργου κατασκευάζοντας ένα ολοκληρωμένο σύμπαν, που βασίζεται στην αυστηρά δομημένη ιεραρχία των γκάνγκστερ, ως γενικευμένο ιδεολογικό μοντέλο σε κάθε τομέα της ζωής τους. Ο στείρος συντηρητισμός, η πειθαρχία και η βία ως μέσο επίλυσης κάθε διαφοράς, είναι οι κύριοι πυλώνες ανάπτυξης της γκανγκστερικής ζωής υπό μια εξωτερικευμένη ματιά, αποτελώντας, όμως την ίδια στιγμή, και τα κύρια μέσα αυτοκαταστροφής της, υπό μια πιο ψυχολογημένη κι εσωτερική οπτική. Σε ένα κράτος διαλυμένο, ριζώνει η ανάγκη για συμμόρφωση σε κανόνες, εκείνους που θα επιβάλλουν την ανάγκη για θέσπιση αξιών και υψηλών στάνταρ, όπως η οικογένεια, κι εκείνους που σε δεύτερο επίπεδο θα κλονίσουν αυτά τα στάνταρ από την επιφανειακή και μηδαμινής ελευθερίας νοοτροπία τους.

Ο Martin Scorsese, έχοντας λάβει μεγάλη αναγνώριση από την συγκεκριμένη συνταγή στο παρελθόν, επιχειρεί γι’ ακόμη μια φορά να υπενθυμίσει αυτούς τους κοινωνικοπολιτικούς αλλά και υπαρξιακούς προβληματισμούς του, με τον ίδιο τρόπο σε ένα, εκ του αντιθέτου, πιο ώριμο κινηματογραφικά κοινό αυτή τη φορά. Στην προσπάθεια απομυθοποίησης των κλισέ του είδους που εξυπηρετεί, ο Martin Scorsese υποπίπτει, εν τέλει, σε πολύ μεγαλύτερα κλισέ στην έκβασή του, με μοναδικά υλικά πειθούς του ένα παρωχημένο μελόδραμα, έναν εμμονικό θρησκευτικό υπαρξισμό κι επαναλαμβανόμενες σεκάνς αμεσότητας έως κοινοτυπίας, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι το ηθικολογικό του μήνυμα θα καταστεί απόλυτα κατανοητό.

Παρότι η ανάπτυξη του Ιρλανδού του ίσως αφήνει αρκετά υψηλές απαιτήσεις για το climax και την έκβαση του φιλμ, ο Scorsese τις εκμεταλλεύεται βεβιασμένα δημιουργώντας ένα άνισο αποτέλεσμα που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα αληθινά κλισέ και τα «θεωρητικά» κλισέ του, χωρίς το ίδιο να έχει καταλήξει απόλυτα στην ταυτότητά του. Με άρτια εκκίνηση, που στη συνέχεια αρχίζει να φθίνει, ο Scorsese επιβεβαιώνει γι’ ακόμη μια φορά ότι είναι απόλυτος γνώστης αμερικανικού κινηματογράφου, της εποχής όμως που εκείνη τον εξύψωσε.

Trailer: 

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *