CINEMA,  CULTVILLE SPECIALS

Cries and Whispers του Ingmar Bergman: Αναζητώντας Αγάπη & Λύτρωση – Ανάλυση

Σκηνοθεσία: Ingmar Bergman

**Ανάλυση Ταινίας: Είναι ένα κείμενο που αναλύει όλες τις παραμέτρους του περιεχομένου της ταινίας. Γι’ αυτό ΠΡΟΣΟΧΗ! Περιέχει SPOILERS και διαβάζετε με δική σας ευθύνη.**

Ρολόγια, καθρέφτες, πάθη, σχέσεις που δοκιμάζονται κι ένας αιματοβαμμένος τοίχος είναι τα συστατικά του Cries and Whispers, ενός «Μπεργκμανικού» σύμπαντος που όλοι οι ήρωες υποφέρουν από τις αδυναμίες τους και το περιβάλλον πενθεί μαζί τους σιωπηλά. Οι εικόνες μιλούν από μόνες τους με τους ήχους του χώρου να επικρατούν στο φιλμ έναντι των διαλόγων και την κατακόκκινη cinematography του Sven Nykvist να πλαισιώνει κάθε πλάνο απειλητικά, ντύνοντάς το με το χρώμα του αίματος, του πάθους αλλά και… της αγάπης.

Οι χαρακτήρες του «Μπεργκμανικού» αυτού σύμπαντος, γι’ ακόμη μια φορά μιλούν για να εξωτερικεύσουν τα συναισθήματά τους. Ωστόσο, σε αυτή την ιστορία του Μπέργκμαν η απουσία συναισθήματος είναι το αίτιο, ενώ το αποτέλεσμα είναι άνθρωποι «άδειοι» σαν αντικείμενα, να αναζητούν αχόρταγα ανθρώπους να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.

Τέσσερεις γυναίκες, κάτω από τον βλέμμα ενός Θεού παντογνώστη, προσεύχονται για λύτρωση από την τιμωρία τους, με τις ερινύες να «κατασπαράζουν» το μυαλό τους, τις κραυγές των αδυναμιών να ηχούν στα αυτιά τους και τις βαθύτερες επιθυμίες να ψιθυρίζουν στο αυτί τους λόγια τρόμου ή ευαισθησίας, ως αντίδραση στην ψυχρή κι άψυχη φύση τους. Στο υπόβαθρό τους, βρίσκεται καλά κρυμμένη μία ακόμη γυναίκα, μητέρα και καθοριστικής σημασίας πρόσωπο για τη σχέση των τριών κοριτσιών της, αποτελώντας τον χαρακτήρα – «κλειδί» πάνω στον οποίο ο Μπέργκμαν κατασκευάζει το πλαίσιο δράσης των ηρωίδων τού Cries and whispers. «Μητέρα», μια λέξη με τόσο μεγάλη βαρύτητα κι εσωτερική δύναμη όσο καμιά άλλη στον πλανήτη ˙ ένα πρόσωπο που μόνο με ένα απλό άγγιγμα, μπορεί να γεμίσει μια ψυχή συναισθήματα κι άπλετη ευτυχία, έστω προσωρινά.  «Σήκωσα το χέρι μου και το έβαλα στο μάγουλό της και για μια στιγμή ήμασταν τόσο κοντά», αναφέρει η Agnes στο ημερολόγιό της, γεμίζοντας τον εαυτό της προσμονή, αλλά δίχως να χάσει την ελπίδα της για αγάπη, σε αντίθεση με την αδερφή της Karin, την πιο σκληρή και ωμή χαρακτήρα του Cries and whispers, που όμως κρύβει περισσότερη ανθρωπιά από όση επιτρέπει να φανεί.

Στο πρόσωπο της Maria (Liv Ullman), τη μεγαλύτερη από τις τρεις αδερφές, ενσαρκώνεται η ολότητα της μητρικής αγάπης κι αφοσίωσης, καταλήγοντας σε σημείο προσωποποίησης και ταύτισης του προσώπου της μητέρας με αυτό της κόρης (και οι δύο ενσαρκώνονται από την ίδια ηθοποιό). Ξεκινώντας, λοιπόν, από τη σχέση αυτή μητέρας-κόρης, οι ήρωες του Cries and whispers παλεύουν για μια θέση στον κόσμο του συναισθήματος και της αγάπης, προσπαθώντας να αποβάλλουν το περιθώριο στο οποίο είχαν τεθεί στα παιδικά τους χρόνια. «Ένας μνημειώδης ιστός από ψέματα», λέει η Karin στο είδωλό της στον καθρέφτη, παγιδευμένη σε μια παγερή σχέση, με την αυτοτιμωρία να αποτελεί τη μόνη διαφυγή και την ηρωίδα να θεωρεί τον εαυτό της υπαίτιο, που πίστεψε έστω για λίγο ότι υπάρχει ελπίδα να νιώσει και να ερωτευτεί.

Με τις δύο αδερφές να βρίσκονται ήδη στο περιθώριο από την αρχή της ζωής τους μέχρι το σήμερα, αλλά να παραμένουν ανίκανες να συναισθανθούν η μία την άλλη, προσπαθώντας να επιβιώσουν στον άψυχο κόσμο τους, η Maria αποτελεί την φαινομενικά μόνη αδερφή που διαθέτει την κατάλληλη «συνταγή» να ζήσει, να ερωτευτεί, να αγαπηθεί και να μοιράσει αγάπη. Ωστόσο, ο Μπέργκμαν μάλλον έχει διαφορετικά σχέδια για την ηρωίδα του, δημιουργώντας μια φιγούρα όχι μόνο το ίδιο ισοπεδωμένη με τις υπόλοιπες δύο, αλλά διασπείροντας το ψέμα, την υποκρισία και την απανθρωπιά κι αρνούμενη να μοιραστεί την αγάπη που έλαβε, τόσο με τις αδερφές της όσο και με τους ανθρώπους που την περιτριγυρίζουν. Από την επιπολαιότητα και το «φαίνεσθαι», στον φόβο για μοναξιά, η Maria είναι ίσως η μόνη που διαπιστώνει το αληθινό χάσμα που τις χωρίζει από συναισθηματικό κόσμο των δύο αδερφών της, μη όντας, ωστόσο, ικανή να το γεφυρώσει ή, ακόμα χειρότερα, να αγαπήσει αληθινά.

Ο σκηνοθέτης αξιοποιεί γι’ ακόμη μια φορά την εσωτερική δύναμη των χεριών και των αγγιγμάτων, μεταδίδοντας την κατάλληλη ένταση στη σχέση των τριών αδερφών, μέσα από αγγίγματα και χάδια. Όπως και στην εισαγωγή της Persona (1966), η χρήση των χεριών στο Cries and whispers αποτελεί έναν «κώδικα» επικοινωνίας κι ανταλλαγής συναισθημάτων μεταξύ των χαρακτήρων, καθώς κάθε κίνηση προκαλεί μια αντίδραση και κάθε αντίδραση μεταδίδει μια κατάσταση. Το άγγιγμα της μητέρας της προσμονούσε όσο τίποτα άλλο η Agnes, ενώ η δικιά της αντίδραση στην κίνηση αυτή ήταν ένα χάδι απαλά στο μάγουλο. Πλέον, που η απόρριψη από τις αδερφές της συνεχίζει μέχρι και μετά το θάνατό της, ο μόνος τρόπος για να ησυχάσει η νεκρή είναι μια θερμή αγκαλιά γεμάτη αγάπη κι ας προέρχεται από ένα τρίτο άτομο, συγκεκριμένα την υπηρέτρια του σπιτιού Anna. Σε έναν κόσμο που κάθε υπόνοια συναισθήματος βρίσκεται φυλακισμένη και καταπιεσμένη στο υπόβαθρο των χαρακτήρων, τα αγγίγματα είναι ίσως ο μόνος τρόπος να βιώσουν οι ηρωίδες μια προσωρινή συναισθηματική ένταση, μέχρι να επιστρέψουν στην άψυχη καθημερινότητά τους.

«Ας έρθει ότι είναι, αυτό είναι ευτυχία, δεν μπορώ να ευχηθώ κάτι καλύτερο. Τώρα για λίγες στιγμές, μπορώ να βιώσω την τελειότητα. Νιώθω βαθιά ευλογημένη στη ζωή μου κι αυτό μου δίνει τα πάντα», μονολογεί η Agnes στο φινάλε του έργου πλημμυρίζοντας την οθόνη με ελπίδα και λυτρώνοντας τους θεατές αλλά και τον εαυτό της από κραυγές και ψίθυρους που τη βασάνιζαν, ζωντανή ή νεκρή. Δεν είναι, όμως, μόνο η στιγμή συνάντησης των τριών αδερφών στον κήπο που προσέφερε τη λύτρωση στην βασανισμένη Agnes ˙ είναι και η φροντίδα και στοργή που έλαβε από την υπηρέτρια αλλά γεμάτη ευαισθησία Anna, καταλήγοντας να είναι εκείνη, εν τέλει, που προσέφερε στη νεκρή την αγάπη που αναζητούσε τόσα χρόνια, για να μπορέσει επιτέλους να αναπαυθεί αιώνια. Έχοντας χάσει την κόρη της σε νεαρή ηλικία και μη μπορώντας να την βοηθήσει αλλιώς, η Anna προσεύχεται καθημερινά στον Θεό της να δώσει στην κόρη της γαλήνη, μιας κι εκείνος την έχει κοντά του κι εκείνη δεν μπορεί να της προσφέρει τίποτα από εκεί που βρίσκεται. Η θέλησή της να μοιραστεί την εσωτερική της πληρότητα είναι αυτή που οδηγεί την Anna να δίνει τα στήθη της ως προσκέφαλο για την πονεμένη Agnes, χαρίζοντάς της την αγάπη που οι σκληρές αδερφές της είχαν στερήσει. Σε αντίθεση, όμως με τις δύο αδερφές της Agnes, οι ψίθυροι της Anna δεν της μιλούν για ανεκπλήρωτες επιθυμίες ή περασμένες αναμνήσεις, αλλά για μια ανάγκη που δεν εκπληρώθηκε ποτέ ˙ αυτή που έχει κάθε άνθρωπος στον κόσμο, που είναι το δικαίωμα να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Η σχέση της Anna και της Agnes, δεν αποτελεί μόνο το ταίριασμα των δύο θεωρητικά ευαίσθητων χαρακτήρων του έργου, αλλά συνιστά κι έναν έμμεσο τρόπο με τον οποίο ο Μπέργκμαν προβάλει την εκτίμηση του για τους ανθρώπους που διατηρούν την πίστη τους έως το τέλος, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι το απόλυτα επιθυμητό αποτέλεσμα. Τόσο στο πρόσωπο της Anna μετά τον χαμό της κόρης της, όσο και στα λόγια της Agnes κατά το φινάλε του έργου, οι δύο ηρωίδες δεν χάνουν ποτέ την πίστη στο Θεό τους και, παρότι γνωρίζουν ότι οι βαθύτερές επιθυμίες τους δεν πρόκειται να εκπληρωθούν, διατηρούν την ελπίδα τους και προσπαθούν να απολαμβάνουν κάθε στιγμή, αντλώντας από αυτή την αγάπη που αναζητούν (η Agnes) ή την προσωπική γαλήνη ότι τα κοντινά τους πρόσωπα είναι καλά όπου κι αν βρίσκονται (η Anna).

Στο Cries and whispers τα χρώματα, οι εκφράσεις και οι έκπτωτοι χαρακτήρες, ενώνονται σε ένα σύμπαν μεταφυσικής αναζήτησης κι εσωτερικών απωθημένων παράγοντας ανθρώπους στην πιο σκληρή κι απάνθρωπη φύση τους. Ωστόσο, ο Μπέργκμαν δεν επιτρέπει στα πάθη να επιβάλλουν τη μιζέρια στο έργο του, καταλαγιάζοντας εν τέλει τους ψιθύρους και τις κραυγές που στερούσαν από τις ηρωίδες την λύτρωση που αναζητούσαν.

 

 

Νικόλ Φιλιπποπούλου

90s-kid-Vol. I, φοιτήτρια κτηνιατρικής, περήφανη μητέρα τεσσάρων σκύλων και φανατική της Cate Blanchett. Δηλώνει μια εκ των μεγαλύτερων φαν του David Lynch και του Darren Aronofsky, ενώ συχνά πυκνά της αρέσει να χάνεται στον κόσμο των σουρεαλιστικών ταινιών. Το σινεμά μπήκε από πολύ νωρίς στην ζωή της με την βοήθεια του Tim Burton και, παρά του νεαρού της ηλικίας της, έχει παρακολουθήσει εκατοντάδες ταινίες, με προσωπική συλλογή που ξεπερνάει τις 500++. Εάν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα σίγουρα θα ήταν ένας συνδυασμός της Nina Seyrous του Μαύρου Κύκνου και του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Στον ελεύθερο της χρόνο εκτός από ταινίες, ακούει μανιωδώς soundtracks και πορώνεται με τη μουσική, συγγράφει κριτικές, ασχολείται με τη φωτογραφία και συλλέγει φωτογραφικό υλικό του Michael Fassbender.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *