2010s,  CINEMA,  REVIEWS

Η Επιστροφή Ενός Άσωτου Υιού – Review

Σκηνοθεσία: Xavier Dolan

Στα πλαίσια μιας ευρύτερης τάσης του ευρωπαϊκού κινηματογράφου να απεικονίζει ανθρώπινες καταστάσεις μέσω ενός αφηγηματικά ρεαλιστικού τρόπου, η ταινία του Xavier Dolan, Its only the end of the world (Juste la fin du monde) του 2016, θίγει το θέμα των οικογενειακών σχέσεων, και πιο συγκεκριμένα των προβλημάτων που δημιουργούνται και συσσωρεύονται ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας στη διάρκεια των χρόνων, με ύστατο απότοκο ρίξεις που πολλές φορές καθίσταται αδύνατο να “γεφυρωθούν”. Τι γίνεται όταν ο Λουί, ως ένας σύχρονος-βιβλικός, άσωτος υιός αποφασίζει να επιστρέψει μετά από 12 ολόκληρα χρόνια στο πατρικό που είχε εγκαταλείψει, με σκοπό να ανακοινώσει στην οικογένεια του τον επικείμενο θάνατό του; Σε ένα εγχείρημα μεταφοράς του θεατρικού έργου του Jean-Luc Lagarce, Juste la fin du monde (1990), ο Dolan επιστρατεύοντας τα “κανόνια” του σύγχρονου γαλλικού κινηματογράφου, Marion Cotillard, Léa Seydoux, Vinsant Cassel κλπ, φιλοδοξεί να δημιουργήσει μια ταινία, που μέσω της έντασης ανάμεσα στα πρόσωπα του έργου, αλλά και της αμήχανης σιωπής τους, θα ξυπνήσει βαθιά θαμμένα βιώματα που λίγο πολύ κάθε άνθρωπος έχει ζήσει εντός του οικογενειακού του κύκλου. Με την παρούσα ταινία, ο Dolan κατάφερε να αποσπάσει στο 69ο Φεστιβάλ Καννών τα δύο εξέχοντα βραβεία των Grand Prix και Ecumenical Jury Prize.

Σε ένα ταξίδι επιστροφής προς την οικογένεια κι ένα παρελθόν που είχε αφήσει για χρόνια πίσω του, ο Λουί (Gaspard Ulliel), ένας νέος σε ηλικία θεατρικός συγγραφέας, ετοιμάζεται ψυχικά μέσα στο αεροπλάνο, να βρει το θάρρος να ανακοινώσει στη μητέρα και τα αδέρφια του πως πρόκειται να πεθάνει. Στο background ακούγεται το τραγούδι “Home is where it hurts της Camille, συμπυκνώνοντας τη θεματική του film αυτού. Το τι θα προκαλέσει τον θάνατο του Λουί δεν διευκρινίζεται στην ταινία. Παρόλα αυτά, υπάρχει η δυνατότητα να γίνουν υποθέσεις, αν λάβει κανείς υπόψιν του πως δραματικός χρόνος της αφήγησης είναι τα late 80s και πως ο πρωταγωνιστής είναι ομοφυλόφιλος.

Φτάνοντας στο σπίτι, τον υποδέχεται η μητέρα του (Nathalie Baye), η οποία ενθουσιασμένη αντικρίζει τον γιό της μετά από τόσα χρόνια. Στην αγκαλιά του τρέχει η μικρή του αδερφή, η Σουζάν (Léa Seydoux), η οποία δεν θυμίζει σε τίποτα το κοριτσάκι που είχε στη μνήμη του. Σε μια πρώτη επαφή και γνωριμία έρχεται και με την Κατρίν (Marion Cotillard), τη γυναίκα του αδερφού του Αντουάν (Vinsant Cassel),που επίσης βρίσκεται εκεί. Οι μικροδιαπληκτισμοί ξεκινούν από τα πρώτα λεπτά της συνύπαρξης των πέντε αυτών χαρακτήρων, με αυξομειώσεις των εντάσεων που θυμίζουν γραμμή καρδιογραφήματος. Ο Λουί στη διάρκεια της ταινίας θα βρεθεί μόνος με κάθε μέλος της οικογένειας, ερχόμενος αντιμέτωπος και με το πως εξελίχθηκαν αυτοί ως άνθρωποι μέσα στα χρόνια της απουσίας του, αλλά και με τις ευθύνες που ο καθένας από αυτούς του επιρρίπτει.

Έχοντας καθίσει στο τραπέζι, σκοπός του είναι να τους ενημερώσει για την κατάσταση της υγείας του και μετά να φύγει ξανά. Ο ίδιος αναμένει την κατάλληλη, κατά τη γνώμη του, στιγμή. Περιπλανώμενος εντός του σπιτιού, μπαίνει σε ένα δωμάτιο που έχουν συγκεντρώσει η μητέρα και η αδερφή του τα πράγματά του από το προηγούμενο σπίτι που κατοικούσαν. Οι αναμνήσεις από το παρελθόν δεν αργούν να ξυπνήσουν και με αναδρομικά flashback αποκαλύπτονται πληροφορίες για την παλιά ζωή του Λουί, όπως πχ ο πρώτος του δεσμός, η χρήση ουσιών, η σχέση με τον αδερφό του, η οποία ήταν μακράν καλύτερη από αυτή του παρόντος κλπ. Η άφιξή του κάθε άλλο παρά ηρεμία φέρνει, σε ένα οικογενειακό τραπέζι υποδοχής που μόνο χαρούμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Ο θυμός, ο πόνος, τα παράπονα, η δυστυχία και πλήθος άλλων συναισθημάτων, βράζουν κι έρχονται στην επιφάνεια με κάθε ευκαιρία, καταστρέφοντας κάθε πιθανή στιγμή οικογενειακής ευτυχίας. Τα αρνητικά συναισθήματα είναι τόσο βαθιά ριζωμένα στις ψυχές τους, που είναι σχεδόν ακατόρθωτο να αποφευχθεί η σύγκρουση ανάμεσα τους, μεμονωμένα αλλά και ως οικογένεια, όσο κι αν προσπαθούν να την αποτρέψουν.

Ο Λουί, παρουσιάζεται ως ένας άκρως εσωστρεφής χαρακτήρας, κλεισμένος στον εαυτό του κι εγκλωβισμένος στις σκέψεις του, τις οποίες καταφέρνει να τις κρατά καλά κρυμμένες από τους άλλους. Δεν ξεστομίζει πολλές λέξεις και η μόνη προσπάθεια πραγματικής επικοινωνίας που επιδιώκει με τον αδερφό του ναυαγεί. Είναι απομονωμένος, οριακά καταθλιπτικός. Αδυνατεί να εκδηλώσει αυτά που νιώθει, παρόλα αυτά, υπάρχει μια τάση από πλευράς του να πλησιάσει τα αδέρφια του, χωρίς ποτέ να ρίχνει ολοκληρωτικά τις άμυνες του, πράγμα που εν τέλει οδηγεί σε επικοινωνιακό αδιέξοδο. Η σιωπή και η θλίψη τον ακολουθούν μέχρι το πέρας της ταινίας.

Η μητέρα του, αρχικά φαίνεται πως βρίσκεται σε ένα δικό της κόσμο ο οποίος δεν συμβαδίζει με το τώρα. Αναπολεί και παραμένει εμμονικά προσκολλημένη σε ένα παρελθόν που πια δεν υπάρχει. Κι ενώ θεωρεί κανείς πως η γυναίκα αυτή δεν αναγνωρίζει τη σοβαρότητα της κατάστασης, σε μια «τετ-α-τετ» συζήτηση με τον Λουί, αποκαλύπτεται πως η στάση που διατηρεί δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια άμυνα. Γνωρίζει πολλά περισσότερα από όσα δείχνει πως ξέρει (κάτι ανάλογο ισχύει και για την νύφη της). Σε αυτή τους την συνάντηση, καθιστά σαφή τα λάθη του Λουί, κυρίως απέναντι στα αδέρφια του. Η αγκαλιά που μοιράζονται μεταφράζεται ως μια τελευταία προσπάθεια της μητέρας να έρθει κοντά στον γιό της, ενδεχομένως και ως ένα εγχείρημα διάσωσης όσων έχουν απομείνει από τη σχέσης τους.

Η Σουζάν, αδερφή του Λουί, αρχικά φαίνεται αρκετά αντιδραστική εκδηλώνοντας μια passive-aggressive στάση. Είναι παραιτημένη από όνειρα και προσδοκίες. Επιθυμεί και αυτή να φύγει από το πατρικό της κατά το παράδειγμα του Λουί. Αν και δείχνει σκληρή, στη πραγματικότητα είναι πληγωμένη και αναζητά την αγάπη και την προσοχή από έναν αδερφό που ποτέ δεν ήταν παρών στην μέχρι τώρα ζωή της. Νιώθει προδομένη και από εκείνον, με αποτέλεσμα η απογοήτευση της προς το πρόσωπο του να είναι φανερή και τα παράπονα της πολλά. Παρόλα αυτά, δεν παύει να τρέφει αγάπη για αυτόν. Η προσπάθεια της να τον προσεγγίσει δεν καρποφορεί εν τέλει, κυρίως εξαιτίας των απροσπέλαστων τειχών που αυτός υψώνει απέναντί της.

Ο Αντουάν, μεγαλύτερος αδερφός του Λουί, είναι ο πιο δύσκολα διαχειρίσιμος χαρακτήρας της ταινίας. Επιθετικός προς όλους και όλα, κυρίως λεκτικά, απότομος, με ακανόνιστες-ακατανόητες εκρήξεις θυμού, σαμποτάρει κάθε καλή στιγμή που μπορεί να υπάρξει. Όντας επικριτικός σε ότι ειπωθεί από την οικογένεια του, επιχειρεί με τον τρόπο αυτό, να τους μειώσει καθώς ο ίδιος έχει θέματα με τον εαυτό του και συμπλέγματα κατωτερότητας που δεν παραδέχεται. Δείχνει κάθε στιγμή το κακό του πρόσωπο και “φλερτάρει” με το να γίνει βίαιος απέναντι στον Λουί, κάτι που διαπιστώνει κάποιος πως το συνηθίζει γενικά, παρατηρώντας τα σημάδια που είχε ήδη στην γροθιά του.

Τέλος, η Κατρίν, γυναίκα του Αντουάν, βρίσκεται σε έναν δυστυχισμένο γάμο όπου καταπιέζεται από τον άντρα της. Είναι φανερό πως δεν υπάρχει πραγματική επικοινωνία μεταξύ τους και η ίδια δεν γνωρίζει αρκετά πράγματα που αφορούν το παρελθόν του συζύγου της. Υποχωρεί συστηματικά για να μην υπάρξει “μετωπική σύγκρουση” αναμεσά τους. Εξαρχής φαίνεται πως αντιλαμβάνεται καλύτερα από όλους το τι συμβαίνει αλλά ποτέ δεν μιλά για αυτό, κρύβοντας τα πάντα πίσω από τη φράση «όλα είναι καλά». Όσον αφορά τον Λουί, αναπτύσσεται μια σχέση κατανόησης ανάμεσά τους και υπάρχει μια φιλική διάθεση.

Η ιδιαιτερότητα αυτής της ταινίας δεν έγκειται τόσο στην πλοκή, όσο στα κινηματογραφικά πορτρέτα των σύνθετων αυτών χαρακτήρων. Αντικρουόμενοι όλοι μεταξύ τους και μοναχικοί, εξάπτουν το ενδιαφέρον ενός παρατηρητικού και αναλυτικού θεατή, στον οποίο γεννιέται η επιθυμία να διεισδύσει στην ψυχοσύνθεση τους, αλλά και να κατανοήσει τους λόγους που οδηγούν τον κάθε έναν από αυτούς τους χαρακτήρες σε μη δικαιολογήσιμες συμπεριφορές. Όποιος επιλέξει να παρακολουθήσει την ταινία αυτή, ενδεχομένως να κουραστεί από ορισμένα μακρόσυρτα πλάνα και να απογοητευθεί από το γεγονός πως πολλά ερωτήματα του δεν θα απαντηθούν, κάτι που κατά τη γνώμη μου δεν είναι απαραίτητα κακό. Ο Dolan παίζει με την υπαινικτικότατα, καταφέρνει να δημιουργήσει την αίσθηση ενός κινηματογραφικού θεατρικού που πράγματι διαδραματίζεται ζωντανά μπροστά σου. Το film αυτό αποτελεί ένα απογυμνωτικό σχόλιο πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και κυρίως τις οικογενειακές, όταν κανείς δε μπορεί να κατανοήσει κανέναν. Ο Λουί φεύγει όπως ήρθε… Σαν ένας άσωτος υιός!

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *